«Alexandre Iolas, The Last Supper» στη Βίλα του Ιόλα, zougla.gr – 09/09/2020

«Alexandre Iolas, The Last Supper» στη Βίλα του Ιόλα

Ο Δήμος Αγίας Παρασκευής παρουσιάζει την παράσταση «Alexandre Iolas, The Last Supper» του  Χριστόφορου Αντωνιάδη βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Σταθούλη «Ιόλας» για τρεις μόνο παραστάσεις 18-19-20 Σεπτεμβρίου 2020 στη Βίλα του Ιόλα.

Ιούνιος 2014.

Η εγκαταλελειμμένη Βίλα Ιόλα ανοίγει, υπό την αιγίδα του Δήμου,για πρώτη φορά τις πύλες της στο κοινό έπειτα από 27 ολόκληρα χρόνια. Τα φώτα του σπιτιού ξανανάβουν και η παράσταση «Alexandros Iolas» για τη ζωή και το έργο του διάσημου μαικήνα της τέχνης, πραγματοποιείται στην κεντρική σάλα. Η αίθουσα γεμίζει ασφυκτικά για τέσσερις ημέρες. Ακολουθούν οι sold out παραστάσεις, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (2015), στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (2017) και στον προαύλιο χώρο της Βίλας Ιόλα (2018).

Σεπτέμβριος 2020.

Η Βίλα Ιόλα ανήκει πια στον Δήμο της Αγίας Παρασκευής. Οι εργασίες για τη δημιουργία ενός πολιτιστικού κοσμήματος θα αρχίσουν σύντομα. Προτού λοιπόν ηχήσουν τα κομπρεσέρ και τα τρυπάνια, ο Δήμος αποφάσισε να αποχαιρετήσει την τωρινή μορφή του σπιτιού και να γιορτάσει το ξεκίνημα της νέας εποχής για τη Βίλα Ιόλα με την πραγματοποίηση μιας ολοκαίνουριας παράστασης για τον Αλέξανδρο Ιόλα, με τίτλο, «Alexandre Iolas, The Last Supper».

Βράδυ.

Ένα μοναστηριακό τραπέζι στον κήπο με φόντο τις υστεροβυζαντινές κολώνες και τις επιτύμβιες πλάκες.
Ο Ιόλας οικοδεσπότης ενός σουρεαλιστικού δείπνου που παραθέτει σε ανθρώπους που σημάδεψαν τη διαδρομή του ( Κοτοπούλη, Μαξ Έρνστ, Γκάρμπο, Νουρέγιεφ, Θεοδώρα Ρούσβελτ, Γουόρχολ, Κοκτώ, Νίκη Στάϊφελ) αλλά και σε στιγμές της ζωής του, που έγραψαν πάνω του ανεξίτηλα.

Πρόσωπα και γεγονότα καταλαμβάνουν τις 12 καρέκλες.

Αποκαλύψεις, κρυμμένα μυστικά και πράξεις που άλλαξαν το ρου της τέχνης.
Χωρίς φόβο και με άπλετο πάθος.

Ο Μυστικός Δείπνος του Άντι Γουόρχολ, το τελευταίο έργο που δημιούργησε πριν το θάνατο του, αλλά και το τελευταίο έργο που οραματίστηκε και παρήγγειλε ο Ιόλας πριν το δικό του θάνατο,
ζωντανεύει.

Ταυτότητα της παράστασης:

Κείμενο – Σκηνοθεσία – Μουσική Επιμέλεια: Χριστόφορος Αντωνιάδης
Σκηνικά: Μαρία Καβαλιώτη
Ενδυματολογική επιμέλεια: Εύα Κανελάκη
Πρωτότυπη μουσική: Menex
Φωτισμοί: Ηρακλής Γεωργιάδης
Βοηθός Σκηνοθέτη:  Χριστιάνα Αντωνιάδου
Promo Photos: Alex.K
Σκηνοθεσία Trailer: D.R.E.A.M.E.R.S
Camera/Editing: Εβίτα Παπαναρέτου

Οργάνωση εκδήλωσης: Ισμήνη Στάμου (Γραφείο Δημάρχου)

Τις Κανελάκη, Θεοφιλάκου και Τσινάκη ντύνει η Erifili Nikolopoulou.
Τον Χριστόφορο Αντωνιάδη ντύνει o Prince Erotokritos.

Εμφανίζονται οι: Πέγκυ Κανελάκη, Αδαμαντία Θεοφιλάκου, Γιούλη Τσινάκη, Γιάννης Σέπε , Νικόλαος Δάμος, Γιάννης Τυροβολάς.

Στον ρόλο του Αλέξανδρου Ιόλα ο Χριστόφορος Αντωνιάδης

Info

Πρεμιέρα: Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Ημερομηνίες παραστάσεων: Παρασκευή 18 & Σάββατο 19 & Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου   

Ώρα παράστασης:  9.00 μ.μ.
Διάρκεια παράστασης : 65’
Χώρος: Βίλα Αλέξανδρου Ιόλα, Δημοκρατίας 8
Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2132004530

Είσοδος ελεύθερη

(Οι πύλες της Βίλας θα ανοίγουν στις 8.00μμ και θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας)

Ανασύρθηκε από https://www.zougla.gr/politismos/8eatro-politismos/article/alexandre-iolas-the-last-super-sti-vila-tou-iola, τελευταία πρόσβαση στις 20/09/2020

«Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού», του Χρήστου Παρίδη – lifo.gr, 08/06/2020

Οι σημαντικότερες στιγμές της αμφιλεγόμενης και συνάμα επιδραστικής προσωπικότητας που πέθανε σαν σήμερα, το 1987.

Έχουν περάσει 33 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα, ενός ανθρώπου που πέρασε από την ελληνική δημόσια ζωή, προκαλώντας τρομερή χλαπαταγή, απορρίφθηκε από την κυρίαρχη λογική, μυθοποιήθηκε από κάποιους, λαβώθηκε ανεπανόρθωτα από τον Τύπο, αγνοήθηκε από την πολιτεία κι έφυγε βαθιά απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του.

Μια σημαντική προσωπικότητα της διεθνούς εικαστικής σκηνής που επηρέασε και εν μέρει καθόρισε τη σύγχρονη τέχνη και που οφείλαμε να του αποδώσουμε ανάλογες τιμές. Αντ’ αυτού, πολεμήθηκε λυσσαλέα.

Αλεξανδρινός, άφησε στα δεκαοκτώ του, το 1926, την οικογένειά του, παίρνοντας μαζί του δέκα χρυσές λύρες, τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), μια υπέρμετρη φιλοδοξία και όνειρα μεγαλείου.

Τι ήθελε να γίνει δεν ήξερε πραγματικά: πιανίστας ίσως ή χορευτής. Η δεσποτική του γιαγιά τού είχε πει: «Πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ποτέ στην Ελλάδα». Το ένστικτό της για την πατρίδα θα επαληθευόταν οικτρά μισό αιώνα αργότερα. Όμως, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήθελε ν’ αποδράσει και ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν.

Μερικοί τίτλοι των εφημερίδων, ήταν: «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία». Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος.

Οι απόπειρες του πατέρα του να τον φέρει πίσω και να γίνει βαμβακέμπορος δεν καρποφόρησαν. Η ζωή στην Αθήνα είχε μια γοητευτική ελευθερία. Άλλωστε ανήκε ήδη, ως προστατευόμενος, σε έναν κύκλο ξεχωριστό. Συναναστρεφόταν την Κοτοπούλη, ο Σικελιανός τον προετοίμαζε για τις Δελφικές Γιορτές και η Νέλλη Σεραϊδάρη τον φωτογράφιζε να χορεύει στον Παρθενώνα.

Αλλά σύντομα θ’ αποδρούσε ακόμα πιο μακριά. Έτσι βρέθηκε, εν έτει 1929, στο Βερολίνο, αυτήν τη φορά με μια επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον σκηνογράφο της όπερας Πάνο Αραβαντινό.

Eκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου.

Η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε νέο φευγιό για το Παρίσι, το οποίο θεωρούνταν διεθνές κέντρο του χορού. Εκεί συνδέθηκε με τον Πωλ Βαλερύ, ο οποίος τον επηρέασε καθοριστικά στον τρόπο σκέψης του, αλλά και με τον Αντρέ Μπρετόν, τον θεωρητικό του σουρεαλισμού. Αναπόφευκτα ήρθε σε επαφή με την τέχνη και τον μοντερνισμό.

Μια μέρα του 1931, περνώντας έξω από μια γκαλερί, έμεινε ενεός μπροστά σε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο. Μπήκε μέσα, τον καπάρωσε και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να τον ξεπληρώσει. Μαζί κέρδισε και τη φιλία του ελληνοτραφούς Ιταλού ζωγράφου, με τον οποίο εντρύφησε στον κόσμο του πνεύματος.

Έτσι, άρχισε να γνωρίζει τους πάντες. Τον Ραούλ Ντιφί, που του έκανε το πορτρέτο, τον Κοκτώ, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μαν Ρέι και τον Μαξ Ερνστ.

Eκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου.

Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα. Έστησαν ένα μπαλέτο κι έφυγαν για περιοδεία στη Βραζιλία. Έμειναν μαζί μέχρι το 1943 και λίγο μετά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον χορό.

Με τη βοήθεια της φίλης του δούκισσας Μαρία ντε Γκραμόν άνοιξε το 1946 την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε ατομικές εκθέσεις του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαξ Ερνστ, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση.

Το 1952 «ανακάλυψε» τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη έκθεση, μια σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε. Από εκεί και μετά η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική.

Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, ξεκινώντας με τη Γενεύη το 1963. Ακολούθησαν Παρίσι, Λονδίνο, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βυρηττός. Ζει μυθιστορηματικά, ασκώντας τεράστια επιρροή στη σύγχρονη τέχνη. Ο ζωγράφος Γιώργος Λαζόγκας εξηγεί: «Τη δεκαετία του ’60 δημιουργείται μια γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ και ο Ιόλας σ’ αυτό το άνοιγμα πρωταγωνίστησε σε παγκόσμια κλίμακα».

Όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασε ποτέ ούτε την οικογένειά του ούτε την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι το περνούσε εδώ. Γύρω στο 1950, τον καιρό που συνεργαζόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει τον Τσαρούχη στο εξωτερικό, γνωρίστηκε με τον Πικιώνη και του ανέθεσε να του κτίσει ένα σπίτι σε μια τοποθεσία που είχε εντοπίσει ανάμεσα σε αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή.

Στην αρχή δεν ήταν παρά μια κάμαρα κι ένας χώρος για να στεγάσει κάποια έργα που έφερε μαζί του. Σταδιακά, το σπίτι μεγάλωνε για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη τη συλλογή.

Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα.

Για κάθε νέα άφιξη ορθωνόταν κι ένα νέο τμήμα, μέχρις ότου αναδύθηκε ένα ανάκτορο που στέγαζε μια εκπληκτική συλλογή, που όμοιά της δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Ένα μοναδικό πάντρεμα αρχαίων ελληνικών, κυκλαδικών, βαβυλωνιακών αντικειμένων, ρωμαϊκών κολονών, βυζαντινών εικόνωνκαι έργα των ιδιοφυέστερων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα.

Συχνά φιλοξενούσε ινκόγκνιτο σημαντικές προσωπικότητες, ενώ ήταν σαφές ότι εκεί σκόπευε να εγκατασταθεί στα γεράματά του. Απέναντι από το δικό του έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ – με την πρώτη είχε παθολογική σχέση.

Aρχές του ’70 ξεκίνησε συνεργασία με τη γκαλερί Ζουμπουλάκη. Στην ελληνική κοινωνία ήταν γνωστός σ’ έναν μικρό κύκλο καλλιτεχνών κυρίως. Είχε προβάλει ήδη διεθνώς τη δουλειά του Τσόκλη, του Παύλου, του Ακριθάκη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του γλύπτη που θεωρούσε τον σημαντικότερο της εποχής του, τον Τάκι.

Ήξερε πολύ καλά τη Μελίνα και τον Κακογιάννη, είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή. Δεν έκρυβε καθόλου ότι ήταν ομοφυλόφιλος -το αντίθετο, μάλιστα- και διατεινόταν ότι οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι εραστές του κόσμου!

Με μερικούς συνδέθηκε ιδιαιτέρως, παίρνοντάς τους μαζί του στα ταξίδια του στις μεγάλες μητροπόλεις και στα μεγάλα πάρτι της διεθνούς αριστοκρατίας.

Η ελληνική κοινωνία, συντηρητική κι εσωστρεφής, δεν γνώριζε την ύπαρξή του και σε όσους είχαν ακούσει κάτι όλα αυτά φάνταζαν εξωφρενικά κι εξωτικά. Άρχισε να γίνεται γνωστός όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να προβάλλει στον «Ταχυδρόμο», στις περίφημες σελίδες του Ίακχου, τα πάρτι του. Από τον πρώτο κιόλας καιρό έγινε απίστευτο σούσουρο.

Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο.

Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο. Μύθοι άρχισαν να διαχέονται στην πόλη για πάρτι ανήκουστης ξετσιπωσιάς, με διασημότητες του πλούτου και του θεάματος να ζουν νύχτες ακολασίας.

Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981 και η Μελίνα έγινε «εφ’ όρου ζωής» υπουργός Πολιτισμού. Δυο χρόνια μετά ο Ιόλας παραχώρησε στην Όλγα Μπακομάρου μια συνέντευξη-ποταμό για τη «Γυναίκα». Και από κει άρχισε η μεγάλη κατρακύλα. Μίλησε με την έπαρση ενός αριστοκράτη και την υπεροψία ενός ηγεμόνα, απαξιωτικά για όλους και όλα.

Με πόζα σχεδόν θεατρική αποκαθήλωσε ολόκληρη την ελληνική κουλτούρα. Από τον Τσαρούχη, με τον οποίο εν τω μεταξύ είχε έρθει σε ρήξη, μέχρι τον Κουν και την ίδια τη Μελίνα. Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα, αλλά και απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή, ήταν περιπαικτικός. Ολοκλήρωσε την πολιτική του θέση, λέγοντας το αμίμητο «Η φτερού να μας κυβερνήσει»!

Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με το «ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του, ήταν γελοίος», όπως και με άλλες παραβολές του. Το χιούμορ του και ο κοσμοσπολιτισμός του, αντί να τους διασκεδάσει, τους εξαγρίωσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους πολυπήγαινε αυτή η παρδαλή περσόνα. Γι’ αυτούς δεν ήταν ούτε μαικήνας, ούτε εμπνευστής μεγάλης τέχνης.

Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στην φωτογραφία ένα από τα εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.
Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.

Ήταν μια «κραγμένη», κάποιος που τον τοποθετούσαν στον απόπατο του βολεμένου συστήματος αξιών τους. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που πυροδότησε την απόλυτη εξόντωσή του.

Η τραβεστί με το ψευδώνυμο Μαρία Κάλλας, ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος που, έχοντας εργαστεί δίπλα στον Ιόλα, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, επειδή τον έδιωξε. Τον κατηγορούσε για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών.

Με πρώτη και καλύτερη την «Αυριανή», την εφημερίδα που εξέφραζε εκείνη την εποχή τον πιο φαύλο και φασίζοντα λαϊκισμό, ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον του Ιόλα με τους πλέον χυδαίους χαρακτηρισμούς.

Για χρόνια δεν περνούσε εβδομάδα που να μην ασχοληθεί μαζί του. Ίσως με κύριο στόχο τον Καραμανλή, καθώς ανάλογο πόλεμο είχε κηρύξει και στον άλλο του φίλο, τον Μάνο Χατζιδάκι. Την ακολούθησε σχεδόν ολόκληρος ο ελληνικός Τύπος, με τη συνδρομή δημοσιογράφων της προοδευτικής, κυρίως, παράταξης.

Μερικοί τίτλοι ήταν «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία».

Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, που το είχε αναγάγει σε προσωπική βεντέτα, ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, και ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος. Ο Ιόλας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, έδινε όλο και περισσότερη τροφή με όλο και πιο κραυγαλέες εμφανίσεις και δηλώσεις.

Ο διασυρμός αυτός έμελλε να τον αποδιοργανώσει κι εν τέλει να τον καταστρέψει. Οι Έλληνες καλλιτέχνες σταμάτησαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι κοινωνικές επαφές περιορίστηκαν, άρχισε να έχει οικονομικό πρόβλημα. Είχε επίσης χαρίσει τις γκαλερί στους εραστές του, που τις διηύθυναν.

Η φίλη του Μελίνα αρνήθηκε να τον στηρίξει, αδιαφορώντας για την πρόθεσή του να κάνει δωρεά τη συλλογή του μαζί με το σπίτι του στο ελληνικό κράτος. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη «Ζουμπουλάκη» στην πλατεία Κολωνακίου, κάποιοι που καθόντουσαν στη διπλανή καφετέρια άρχισαν να τον κράζουν «να τη, η γριά τσατσά». Αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για εβδομάδες.

Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.
Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.

Όλα αυτά την ίδια εποχή, πάνω κάτω, που η γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν με αφορμή τη μεγάλη έκθεση της συλλογής της Ντομινίκ ντε Μενίλ, της οποίας ήταν δημιουργός. Ο ίδιος ο Ιόλας ξενάγησε στα εγκαίνια τον Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ.

Στη Θεσσαλονίκη, μια παρέα φωτισμένων φιλότεχνων, με προεξάρχουσα τη στενή του φίλη Μάρω Λάγια, προσπαθούσαν να βρουν χώρο να στεγάσουν το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, όπου θα τοποθετούσαν έργα τέχνης που θα τους δώριζε ο Ιόλας.

Η Μάρω Λάγια θυμάται: «Πήγαμε να βρούμε τον Καραμανλή σε μια δεξίωση και όταν του είπα “κύριε Πρόεδρε, ο Ιόλας θέλει να μας χαρίσει μια συλλογή του και δεν έχουμε χώρο”, εκείνος μου απάντησε στον ενικό “και τι θέλεις από μένα; Αν αυτός σου δώσει, κάτι εμένα να μου περάσεις χαλκά στη μύτη” κι έκανε και την κίνηση στη μύτη».

Τέτοιες συμπεριφορές δεν απέτρεψαν ούτε εκείνη ούτε την Κατερίνα ή τον Πέτρο Καμάρα, τον Γιάννη Μπουτάρη, το Γιώργο Λαζόγκα και τους υπόλοιπους απ’ το να κυνηγήσουν τον στόχο τους.

Τελικά, βρέθηκε ο Γιώργος Φιλίππου της Φίλκεραμ-Τζόνσον, ο οποίος τους παραχώρησε χίλια τετραγωνικά μέσα στο εργοστάσιό του κι έτσι ο Ιόλας πείστηκε να παραχωρήσει 48 έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως οι Τινγκελί, Νίκι ντε Σεν-Φαλ, Ρεϋνώ, Ράις, Μπράουνερ, Τάκι, Τσόκλη, Ακριθάκη και πολλοί άλλοι.

Τα εγκαίνια εντάχθηκαν στα Δημήτρια του 1984 και η Κατερίνα Καμάρα θυμάται ότι «ο πασοκικός δήμαρχος Μιχάλης Παπαδόπουλος ήθελε να βγάλουμε το όνομα του Ιόλα από την πρόσκληση τη στιγμή που ανοίγαμε έκθεση με τη συλλογή που μας είχε παραχωρήσει! Τέτοιος λαϊκισμός! Τελικά, κάναμε διπλές προσκλήσεις».

Στο Μακεδονικό Μουσείο σήμερα βρίσκεται το μόνο τμήμα της συλλογής Ιόλα που πρόλαβε να σωθεί στην Ελλάδα. Η Μάρω Λάγια, πάντως, λέει ότι όταν ο Ιόλας επέστρεψε από μια σοβαρή εγχείρηση καρδιάς που έκανε στην Αμερική και βρέθηκε μαζί του στην Αγία Παρασκευή, είδε τα περισσότερα δωμάτια άδεια.

«Η συλλογή χάθηκε πριν από τον θάνατό του. Η αδελφή του είχε προλάβει και είχε στείλει έξω ένα μεγάλο μέρος. Βλέποντας τους άδειους χώρους, μου είπε “παιδί μου, η σύγχρονη τέχνη πάει μπροστά, θα πάρουμε καινούργια”. Αλλά ούτε εμάς μας ήθελε η Νίκη. Προσπαθούσε να αποτρέψει τη δωρεά».

Με τη Νίκη Στάιφελ είχε μια σχεδόν αρρωστημένη σχέση. Ενώ λάτρευαν ο ένας τον άλλον, καθημερινά βίωναν δραματικές συγκρούσεις. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, αλλά ούτε και να πει κάτι εναντίον της στον ίδιο.

Η γκαλερίστα Ελισάβετ Λύρα, η οποία σχετιζόταν από παιδί, λόγω του συλλέκτη πατέρα της, με τον Ιόλα, λέει «πάντως, μην ξεχνάμε ότι η Νίκη τον βοήθησε και με τους γάμους της… Αλλά τι συζητάμε τώρα, ο Ιόλας ήταν bigger than life. Εγώ του χρωστάω τα πάντα. Αισθανόταν την τέχνη εκατό φορές περισσότερο από όλους μας. Ξέρεις πόσο σημαντικός άντρας ήταν ο Ιόλας; Όταν οργάνωσα στο Βυζαντινό Μουσείο την έκθεση “Warhol Icon”, εντόπισα μια συνέντευξη στο “Flash Art”, όταν ετοίμαζαν οι δυο τους τον “Μυστικό Δείπνο” στο Μιλάνο. Ρωτάει ο δημοσιογράφος τον Γουόρχολ “Γιατί επιλέξατε να ζωγραφίσετε τον Μυστικό Δείπνο;” και απαντάει “Γιατί ο Ιόλας μου είπε να το κάνω”. Λίγο καιρό μετά πέθαναν και οι δυο».

Κατά τη Μανίτα Χατζηφωτίου, σύμβουλο έργων τέχνης, «μετά τον θάνατό του, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, εδώ και στο εξωτερικό, έμειναν στάσιμοι, σταμάτησαν να έχουν έμπνευση. Ενώ, σ’ ό,τι έβαζε εκείνος το χέρι του, γινόταν χρυσό». Η ίδια φωτίζει μια άλλη πτυχή.

«Ήθελε να βάλει ένα παιδάκι στο Κολέγιο Αθηνών με την προϋπόθεση να δεχτούν κάποια έργα δωρεά. Κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου έδωσε μάχη, ώστε να μη δεχτούν».

Η εγκαταλελημμένη βίλα Ιόλα. Οταν ο Ιόλας μεταφέρθηκε ως ασθενής στη Νέα Υόρκη οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια.
Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά.

Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Ιόλας έδωσε το παρών στον13ο τακτικό ανακριτή για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Οκτώ χοντρόδετα ντοσιέ αποδείκνυαν την προέλευση όλων των αντικειμένων. Ο ανακριτής τον διαβεβαίωσε ότι θεωρούσε την υπόθεση λήξασα και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το όνομά του στον Τύπο. Ουσιαστικά, ήταν σαν να είχε επαναπατρίσει 2.500 αρχαία.

Ο Λαζόγκας προσθέτει επ’ αυτού: «Δεν βρήκαμε καμία συμπαράσταση από κανέναν δημοσιογράφο. Ο “αυριανισμός” είχε τρομερή δύναμη. Η Ελλάδα αδυνατούσε ακόμα να αντιληφθεί τα ανοίγματα της σκέψης και της αισθητικής, έτσι ώστε η παρέμβαση του Ιόλα να αποδώσει.

Ο χώρος της τέχνης, που εγώ τον τοποθετώ πριν και μετά τον Ιόλα, έχασε πολλά εξαιτίας της κακής αντιμετώπισής του. Γιατί ήταν μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και βαθύτατος γνώστης της τέχνης, με παγκόσμια εμβέλεια».

Ο Ιόλας μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη ως ασθενής με AIDS. Η Νίκη διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια. Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά. Άνθρωποι της αυλής του και η Νίκη τραβούσαν από τα χέρια ο ένας του άλλου χαλιά, ρούχα, έπιπλα Αναφέρθηκαν διαρρήξεις. Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν.

Τα αρχαία φυγαδεύονταν στο απέναντι σπίτι και κούτες έφευγαν ως οικοσκευή με προορισμό την κόρη της Σύλβια ντε Κουέβας στην Αμερική. Φυσικά, προτού τεθεί θέμα φόρου κληρονομιάς. Κάποιες κατασχέθηκαν στην αποθήκη της μεταφορικής εταιρείας.

Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν.

Ο Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1987. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει. Τι απέγιναν τα 10.000 έργα τέχνης; Σε ποιων τα χέρια κατέληξαν; Η πολιτεία, βέβαια, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει τη δωρεά. Η χώρα που είχε λατρέψει και στην οποία δώριζε τη συλλογή-έργο ζωής του για να δημιουργηθεί ένα κέντρο τέχνης είχε σχεδόν εκδικητικά αρνηθεί να πραγματοποιήσει το όραμά του.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο LIFO.gr το 2012. 

Ανασύρθηκε από https://m.lifo.gr/articles/portreta_articles/195970/aleksandros-iolas-to-eksexon-thirama-toy-ayrianismoy?fbclid=IwAR0O7CKh5iXr-VwB6ef9a6CYCnpMRjz5TRoGAyqWa8U6Qcip9KyuAvHnep0, τελευταία πρόσβαση στις 20/09/2020

«Eγώ, ο Ιόλας». Aπό τον Κωστή Παπαγιώργη – lifo.gr, 20/06/2012

Η μυθιστορηματική ζωή του Έλληνα συλλέκτη από την Αθήνα στις μητροπόλεις του κόσμου και από την παγκόσμια καταξίωση στην «εγχώρια» διαπόμπευση.

Lester, Iolas and Catherine Guinness, 29 Mαρτίου 1979. Φωτ.: Andy Warhol

Το καλοκαίρι του 1940 ένας Ιταλός φίλος του μετέπειτα Έλληνα συλλέκτη τον πήγε στο κτήμα του Ρούσβελτ, του Προέδρου της Αμερικής, διότι η εγγονή του Θεοδώρα ήθελε να γίνει χορεύτρια. Ο Ιόλας έζησε έναν έρωτα μαζί της, τη συναναστράφηκε μερικά χρόνια, την αρραβωνιάστηκε, αλλά όταν άρχισαν οι αντιδράσεις του προεδρικού κύκλου, για να αποφύγουν το σκάνδαλο, οι δύο νέοι χώρισαν. Πάντως, στην εγγονή όφειλε τον αναβαπτισμό του – από Κωνσταντίνος Κουτσούδης, γεννηθείς στην Αλεξάνδρεια, έγινε ο παγκοσμίως γνωστός Αλέξανδρος  Ιόλας. Η αλεξανδρινή του ρίζα και η μεγαλοαστική του καταγωγή προφανώς αποτέλεσαν ισχυρό παράγοντα για την κατοπινή του σταδιοδρομία.

Στην Αθήνα σπούδασε χορογραφία με τον Βάσο και την Τανάγρα Κανέλλου και, με τη βοήθεια του Δημήτρη Μητρόπουλου, πήγε στο Βερολίνο για σπουδές, όπου τελικά αναδείχτηκε σε πρώτο χορευτή στο Λυρικό Θέατρο του Σάλτσμπουργκ. Τότε ακριβώς άρχισε και η συλλεκτική του μανία για τη ζωγραφική, οι φιλίες με διάσημους καλλιτέχνες σαν τον Ντε Κίρικο, το άνοιγμα εκθέσεων σε μεγάλες πρωτεύουσες (Νέα Υόρκη, Παρίσι, Ρώμη, Βερολίνο, Γενεύη, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βηρυτό) και, πάνω απ’ όλα, το θυελλώδες μεσουράνημα του φαινομένου «Ιόλας». Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει ο Νίκος Σταθούλης, επιστήθιος φίλος του συλλέκτη κι επιλεγμένος βιογράφος του. Η μορφή που έδωσε στο βιβλίο είναι, θα λέγαμε, μια μακροσκελής συνέντευξη τριακοσίων σελίδων, η οποία παρακολουθεί την πορεία του Ιόλα σε όλες τις φάσεις της ζωής του.

Ένα από τα ανεξήγητα της νεανικής ζωής του είναι, βέβαια, η εγκατάλειψη του χορού.

Ο ίδιος παρατηρεί: «Η ζωή με τους χορευτές είναι το χειρότερο πράγμα. Πολύ σπάνια έχουν ανατροφή. Έτσι, το 1944 χόρεψα για τελευταία φορά. Ως τότε ποτέ δεν είχα πάψει να αγοράζω έργα τέχνης, κοσμήματα, πίνακες, γούνες, ταπισερί. Μου άρεσαν πολύ τα παλιά πράγματα. Αλλά ένας πίνακας του Ντε Κίρικο με έκανε το 1931 να ανακαλύψω τη μοντέρνα τέχνη, αυτή που πήγαινε στον σουρεαλισμό, αυτή που λατρεύω». Ένας άνθρωπος που για να χαρακτηρίσει την Τζάκυ Ωνάση έλεγε πως «το πρόσωπό της παίρνει το χρώμα της φράσης που λέει» ασφαλώς δεν στερείται γούστου. Το βασικό ένστικτο του Ιόλα ήταν η εκρηκτική διασημότητα πάση θυσία, η παγκόσμια φήμη, η συναναστροφή θρύλων από κάθε κοινωνική ομάδα, το μεγάλο όνομα, η αίγλη με κοινωνικό αντίκρισμα, η φήμη και το κοσμικό αίνιγμα. Ζώντας πάντα μέσα σε ένα δίκτυο διαθρυλούμενων ατόμων, πολιτικών, καλλιτεχνών, ανθρώπων του πλούτου αλλά και των γραμμάτων, δεν δανειζόταν απλώς δόξα αλλά ανήκε δικαιωματικά σ’ έναν λαό «εκλεκτών» και αδιαφιλονίκητων σταρ. Χωρίς μικροψυχία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο Ιόλας δεν ήταν δημιουργός, δεν «γεννούσε» κάτι, απεναντίας το ανακάλυπτε, του πρόσφερε προστασία και διασημότητα, το καθιστούσε παγκόσμια ανακοίνωση και φυσικά συνέδεε το όνομά του με τη συντροφιά των ζωγράφων. Εξάλλου, μπορεί να μη ζωγράφιζε, ωστόσο αντιμετώπιζε τον εαυτό του ως ένα είδος έργου τέχνης. Είχε μυθική γκαρνταρόμπα, συντηρούσε αμέτρητα κοστούμια, γούνες, υποκάμισα, με έκδηλη την πρόθεση να μην έχει ψεγάδι – όντας ο φύλακας άγγελος της γκαλερί που στέγαζε τον μύθο της ομορφιάς. Μπορεί, βέβαια, να δανειζόταν δόξα από δεύτερο χέρι, αλλά, προάγοντας τον εαυτό του σε κοινωνικό φαινόμενο, άφηνε να εννοηθεί ότι κάτι από Ιόλα υποκρύπτεται σε όλα. Ο ίδιος ήθελε να είναι -και ήταν ενίοτε- ένα ένσαρκο αριστούργημα. «Η τέχνη δεν έχει λόγια. Τα λόγια δεν έχουν καμιά σχέση με την τέχνη. Αυτό είναι το μυστικό της. Την αφήνεις να σε μαγέψει. Είναι λάθος να είσαι έξυπνος και να μιλάς με γνωματεύσεις. Όταν το κάνεις αυτό, απλά γίνεσαι βαρετός. Το να μιλάς για την τέχνη μου φαίνεται πως είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσει ένας καβγάς»!!!

Οι ιδιοφυείς νέοι της ελληνικής περιφέρειας -ο Ωνάσης κυρίως και ο Ζάπας- θαυμάστηκαν για το κερδοσκοπικό τους δαιμόνιο, με τη διαφορά ότι το δαιμόνιό τους αφορούσε τα λεφτά, μονάχα τα λεφτά, ενώ ο Ιόλας ήταν αποφασιστικά στραμμένος προς την τέχνη. Οι εφοπλιστές ήταν φορτηγατζήδες του πελάγους, αγόραζαν «μαούνες» και τις γέμιζαν δολάρια, αντίθετα ο Αλεξανδρινός είχε ανέβει άλλη κλίμακα.

Ήταν προστάτης της ομορφιάς, πράκτορας του καλού γούστου, οπότε, βασιλικά ντυμένος,πίστευε ότι σωζόταν κι αυτός μαζί με τις εκθέσεις του και τις συλλογές του. Άλλωστε, δενείναι τυχαίο ότι οι συλλογές του προέβαλλαν έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, έργα, με άλλα λόγια, που τα βλέπει κανείς συνοδευόμενος από άλλους ή ακούγοντας τον σχολιασμό των ειδημόνων. Για να το πούμε απλά: ό,τι έκανε ο Ιόλας απαιτούσε συντροφιά, παρουσία μαρτύρων, κοινωνικότητα. Η απόλαυση των πινάκων θύμιζε πανάκριβο πάρτι, μάζωξη διασήμων, τρελό πανηγύρι κοσμικότητας. Με μια βόλτα σ’ ένα μοντέρνο μουσείο μαθαίνεις πάρα πολλά για τη μοντέρνα τέχνη. Αντίθετα, με τα βιβλία τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Γι’ αυτό δεν ήθελε να τον σταμπάρουν ως Έλληνα ή Αιγύπτιο – εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το κέντρο του κόσμου. Τέτοια ήταν η Αλεξάνδρεια στις μέρες του. Ήταν το κέντρο του κόσμου. Απόλυτα ελληνική, είχε ελληνικά σχολεία, ελληνικά νοσοκομεία, ελληνικά γυμναστήρια, ελληνικές φυλακές, ελληνικά νεκροταφεία. Πώς να πιστέψει, λοιπόν, στις εθνότητες ο Ιόλας, άνθρωπος με 100 διαβατήρια; Διόλου παράξενο το γεγονός ότι υμνεί την παρουσία ατόμων σαν τον πρίγκιπα Φέλιξ Γιουσούποφ, τον άνθρωπο που ξεπάστρεψε τον διαβόητο Ρασπούτιν.

Γιατί διαλέξατε να επιστρέψετε στην Ελλάδα, Ιόλα;

– Γιατί οι Έλληνες είναι καταπληκτικοί εραστές. Κανένας εραστής στον κόσμο δεν τους

ξεπέρασε!»

Η ιδιομορφία, όσον αφορά τον έρωτα, δεν ήταν μια κρυφή πτυχή της ζωής του Ιόλα. Ο«ελληνικός έρως» διαπότιζε τη ζωή του, την ενέπνεε, δεν επρόκειτο μόνο για την περιβόητη «πουστιά», απεναντίας ήταν η ποίηση της ύπαρξής του, ο προσανατολισμός του στην ηδονή και τη χαρά. Μ’ έναν λόγο, άνευ της εμπλοκής του με τους άνδρες ο ίδιος δεν υπήρχε. Επιζητούσε την κοινωνική αποδοχή επιστρέφοντας στην Ελλάδα; Προφανώς ναι, ωστόσο πίστευε ότι «ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει μυστήριο». Η συνέντευξη που έδωσε στην Όλγα Μπακομάρου αποκαλύπτει τους φόβους του για την ντόπια κοινωνία και συνάμα την περιφρόνησή του για διάσημους και άσημους.

Τον εαυτό του τον λογάριαζε ως άτομο υπεράνω κριτικής, διότι ήταν ο υπερ-διάσημος Ιόλας, αυτος που ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσάφι. Όταν τον ρωτούν για τα πολιτικά πράγματα, απαντά με αλαζονεία: «Η φτερού να μας κυβερνήσει».

Παραδόξως πώς, ό,τι στο εξωτερικό ήταν θαυμαστή ιδιότητα στο ελληναριό δεν πέρναγε. « Ήταν συναρπαστική η ζωή μου! Ήταν συναρπαστικό για μένα να γνωρίσω όλους αυτούς τους διάσημους καλλιτέχνες και να γίνω φίλος τους. Είχα τη χαρά να με τιμήσουν με τη φιλία τους. Να με βάλουν στον εσωτερικό τους χώρο. Δεν είναι λίγο αυτό…». Όντως δεν είναι, μόνο που ως νόμισμα που «κόπηκε» στο εξωτερικό, στην Ελλάδα της δραχμής δεν περνούσε.

Ο ίδιος δήλωνε ατόφιος Έλλην της διασποράς, αλλά δεν ανεχόταν καμιά ομοιότητα με τους Έλληνες που γνώρισε στο εξωτερικό.

«Για τον Φασιανό τι γνώμη έχετε;». «Αχά, Θεέ μου, μη με τυραννάτε! Απαίσιος είναι».

«Μα, εσείς τον βοηθήσατε να επιβληθεί…».

«Τον είδα φτωχό στο Παρίσι. Με πήγαινε σε κάτι ελληνικά εστιατόρια εκεί πέρα, μ’ άρεσε η ζωή που μου έδειχνε. Ασήμαντοι Ελληνες, μικρούληδες, φτωχούληδες, είχαν ενδιαφέρον για μένα. Τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους τους είχα γνωρίσει. Αυτό που έκανα για τον Φασιανό δεν το έκανα γιατί ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Το έκανα γιατί ήταν Έλληνας και για να του δώσω βοήθεια. Και με αυτό τι έγινε; Έγινε μεγάλος καλλιτέχνης ο Φασιανός; Μπόρεσα να τον κάνω μεγάλο εγώ; Χειρότερος έγινε…».

Με αυτό το κριτήριο αντιμετωπίζει ο Ιόλας τους πάντες: από τον Καραμανλή και τη Μελίνα ίσαμε τον Παπανδρέου και τον Τσαρούχη.

Γενικά, η επάνοδός του στην Αθήνα ήταν μεγάλη καταστροφή. Μιλάμε για την εποχή του

αυριανισμού, για την άνοδο του Ανδρέα, για τη μετα-χουντική Ελλάδα. Το παλάτι που έχτισε στην Αγία Παρασκευή για να στεγάσει όλα τα έργα των συλλογών του τάχιστα έγινε βίλα των οργίων. «Όλη η πολιτική, καλλιτεχνική και κοινωνική σαπίλα τραπεζωνόταν στο ανάκτορο του Ιόλα», έγραφαν οι εφημερίδες. «2.000 ντόπιες και ξένες προσωπικότητες μάζεψε ο ανώμαλος αρχαιοκάπηλος στο Γεύμα του Αιώνα» κ.λπ.

Βέβαια, αυτός ο Έλλην του εξωτερικού –που ήταν ένας από τους δέκα ιδρυτές του Κέντρου «Ζωρζ Πομπιντού»- είχε εγκαινιάσει το Μακεδονικό Κέντρο Σύχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, αλλά για τη βδελυρή δημοσιογραφία όλα αυτά έζεχναν κραιπάλη, ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία και παλιανθρωπιά. Ο εισαγγελέας θα κάνει αγωγή στον Αλέξανδρο Ιόλα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, για ακολασία με νεαρούς άνδρες, για κερδοσκοπικά κίνητρα, παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων. Ο Ιόλας ξεσπούσε: «Τους πούστηδες, εμένα να καταντήσουν έτσι!»

Στις 8 Ιουνίου 1987, ο Ιόλας άφησε την τελευταία του πνοή στη Νέα Υόρκη, προσβεβλημένος από τον ιό του AIDS. H αδελφή του Νίκη Στάινφελ ζήτησε να καεί. Η τέφρα του έφτασε, λίγες μέρες μετά, κρυφά και ετάφη στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής, σε έναν τάφο που είχε παραχωρήσει ο δήμος για τους ευεργέτες. Στην κηδεία του δεν παρευρέθηκε κανείς. Είχε δώσει ρητή εντολή η αδελφή του «όποιος πλησιάσει το νεκροταφείο, να εκδιωχθεί».

Ανεσύρθει από https://m.lifo.gr/mag/features/3292, τελευταία πρόσβαση στις 21/09.2020

ΣΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΕΝΟΣ ΘΡΥΛΟΥ Βίλα Ιόλα Πρόσκληση σε πάρτι εκατομμυρίων, φαντασμάτων και ερωτηματικών – Γιάννης Μπογιόπουλος, Ελευθεροτυπία, αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 21/2/2012

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ (boyio@enet.gr) |
Λένε ότι ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις.
Στην Αγ. Παρασκευή αυτές περισσεύουν και εξαιτίας τους ένας μοναδικός χώρος, που θα μπορούσε να είναι στολίδι για την πόλη ως πολιτιστικό κέντρο, κινδυνεύει να γίνει -τι πρωτότυπο!- μπετόν. Η ιστορία θα ήταν άλλη μία από τις αμέτρητες που αφορούν την τύχη των ελεύθερων χώρων, όμως αντίθετα με άλλες, όπου για να δεθεί το δράμα υπάρχει ο ρόλος του «κακού», εδώ δεν βρήκαμε κανέναν. Ολοι συμφωνούν ότι η βίλα Ιόλα πρέπει να δοθεί στους πολίτες ως δημόσιο αγαθό. Αλλά ώς εκεί. Στα λόγια. Χρειάζεται μεγάλη φαντασία για να δεις το «παλάτι», το «μέγαρο», όπως το περιέγραφαν δύο δεκαετίες πριν, σε αυτό το κτίριο πίσω από τη βρόμα και την εγκατάλειψη. Το μόνο που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το μέγεθος – 1.760 τ.μ. το διώροφο σπίτι και 6,7 στρμ. ο κήπος. Εκεί που θρονιάζονταν περίβλεπτα γλυπτά τώρα φυτρώνουν αγριόχορτα και στους τοίχους, στη θέση αριστουργημάτων ζωγραφικής, αυθαδιάζει το γκράφιτι. Οι εσωτερικοί χώροι προκαλούν θλίψη με τη γυμνότητά τους. Η κουζίνα έχει σημάδια από φωτιά. Μια πυρκαγιά παραλίγο να το αφανίσει πριν από λίγα χρόνια. Τίποτα κινητό δεν έχει μείνει, μόνο κάτι παλιά περιοδικά και σκισμένες αφίσες. Κουρέλια. Μετά το θάνατο του Ιόλα, το 1987, οι λεηλασίες γίνονταν κατά κύματα. Πίνακες, χαλιά, γλυπτά, πολυέλαιοι σηκώθηκαν με καμιόνια. Δεν περίμεναν καν να πεθάνει. Η πρώτη λεηλασία, προφανώς από κάποιους του κύκλου του, έγινε ενώ ο συλλέκτης ήταν ετοιμοθάνατος σε νοσοκομείο της Ν. Υόρκης. Από τη συλλογή με τα 11.000 έργα ένα μέρος πήραν οι κληρονόμοι του, αργότερα πωλήθηκε σε δημοπρασίες, και λίγα αρχαία κατάσχεσε το ελληνικό κράτος. Ενα γλυπτό του Τάκη κείτεται σπασμένο στον κήπο. Μάλλον μεγάλο για να το αρπάξουν. Από τις κολόνες του κήπου, κοιτάζοντας φωτογραφίες από παλιά ρεπορτάζ, καταλαβαίνουμε ότι κάθε φορά υπήρχε και μία λιγότερη. Μάρμαρα από την Πεντέλη και τη Ραβένα με τα οποία είχε ντυθεί το κτίριο κομματιάστηκαν και ξηλώθηκαν. Ο Ιόλας αγόρασε τη γη το 1965. Ηταν ήδη βαθύπλουτος αλλά ήθελε να γυρίσει στην Ελλάδα. Ανέθεσε το έργο στον σπουδαίο αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη, που πήρε για βοηθό τον Τσαρούχη. Από την αρχή τα σχέδια ήταν μεγαλεπήβολα αλλά το αποτέλεσμα γινόταν σταδιακά ακόμη πιο εντυπωσιακό, καθώς ενσωματώνονταν στο σπίτι έργα τέχνης. Ακόμη και η κουπαστή στη σκάλα ήταν γλυπτό, της Claude Lalanne. Την ξήλωσαν κι αυτή. Πικάσο, Ντε Κίρικο, Μιρό, Γουόρχολ, Νταλί, Μαγκρίτ, Ερνστ, Χατζηκυριάκος-Γκίκας… Οσο ζούσε ο Ιόλας, στο σπίτι του η τέχνη ξεπερνούσε σε αξία πολλά μουσεία μαζί. Πολλοί από τους καλλιτέχνες ήταν φίλοι του και τον επισκέπτονταν εκεί. Πολλοί, όπως ο Γουόρχολ, ξεκίνησαν από τις γκαλερί του. «Εκεί που ό,τι λάμπει είναι χρυσός» είναι ο τίτλος ενός ρεπορτάζ του περιοδικού «Vogue» το 1982. Η ρεπόρτερ γράφει εκστασιασμένη γι’ αυτά που βλέπουν τα μάτια της. Μια πόρτα ντυμένη με χρυσάφι! Χρυσά γλυπτά, αρχαία αγάλματα και μεταξωτές κουρτίνες… Σήμερα στη θέση εκείνης της πόρτας υπάρχουν τσιμεντόλιθοι. Η είσοδος γίνεται από γειτονική μπαλκονόπορτα. Το κτήμα και η βίλα όχι μόνο σαπίζουν, αλλά, παρά τη σειρά των αποφάσεων για απαλλοτρίωσή τους, πότε από τον Δήμο και πότε από το κράτος, αποτέλεσμα μηδέν. Υπουργοί Πολιτισμού και δήμαρχοι έρχονται και φεύγουν, υπόσχονται, συνεδριάζουν, υπογράφουν στα χαρτιά αλλά… τίποτα. Ο Ιόλας το 1984 δωρίζει 47 έργα του στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που δημιουργείται γύρω από αυτή τη συλλογή. Χαρίζει μερικούς ακόμη πίνακες στη Εθνική Πινακοθήκη. Εχει αποφασίσει να δωρίσει στο δήμο Αγ. Παρασκευής το χώρο, για να δημιουργηθεί Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης. Ο χρόνος και το πλιάτσικο έστησαν ένα σουρεαλιστικό σκηνικό στο εσωτερικό της βίλας. Σουρεαλιστικά όμως είναι και τα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια γύρω από την τύχη της ως πολιτιστικού κέντρου. Απίστευτο, αλλά η παραπάνω εικόνα είναι αποτέλεσμα σειράς κρατικών αποφάσεων αλλά και παλινωδιών. Ο χρόνος και το πλιάτσικο έστησαν ένα σουρεαλιστικό σκηνικό στο εσωτερικό της βίλας. Σουρεαλιστικά όμως είναι και τα όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια γύρω από την τύχη της ως πολιτιστικού κέντρου. Απίστευτο, αλλά η παραπάνω εικόνα είναι αποτέλεσμα σειράς κρατικών αποφάσεων αλλά και παλινωδιών. Κάποιοι γνωστοί του λένε ότι το σύνολο της συλλογής, σύμφωνα με μια διαθήκη του, θα κατέληγε ως κληροδότημα στο ελληνικό κράτος. Ομως ξαφνικά ξεσπάει μια θύελλα. Ενας τραβεστί καταγγέλλει όργια και αρχαιοκαπηλία στη βίλα. Οι κίτρινες εφημερίδες της εποχής ουρλιάζουν. Πολιτικοί και καλλιτέχνες που αναζητούσαν τη φιλία του τον αποφεύγουν. Είναι η αρχή του τέλους που θα κορυφωθεί με την αρρώστια του. Πάσχει από AIDS. «Αν δεν ήταν όλα αυτά με τα σκάνδαλα και την ομοφυλοφιλία του, τότε πολύ γρήγορα και το θέμα της απαλλοτρίωσης θα είχε τελειώσει», μας λένε κάποιοι συνομιλητές. Είναι φανερό ότι μετά το θάνατό του οι πολιτικοί στρέφουν το… σεμνότυφο βλέμμα τους και δεν βλέπουν την ουσία, την πολιτιστική αξία του ακινήτου και των περιεχομένων του και την ανάγκη προστασίας. Οι βάνδαλοι, με λόγια και με πράξεις, έχουν το πάνω χέρι. Η πρώτη κίνηση για να διασωθεί κάτι γίνεται από το δήμο της Αγ. Παρασκευής που το 1994 βάζει συμβολικά ένα λουκέτο στο χώρο διεκδικώντας τον. Το 1998 το οίκημα χαρακτηρίζεται διατηρητέο. Το 2000 το κτήμα χαρακτηρίζεται «Κέντρο Πολιτιστικών Δραστηριοτήτων» με προεδρικό διάταγμα και γίνονται όνειρα για υπαίθριο μουσείο γλυπτικής. Την ίδια χρονιά το αγοράζει ο αρχιτέκτονας Σπύρος Γεωργίου για 782 εκατ. δραχμές. Από το περιβάλλον του μας είπαν πως γνώριζαν ότι το οίκημα ήταν διατηρητέο αλλά το υπουργείο Οικονομικών τους διαβεβαίωσε ότι το κτήμα δεν είχε δεσμεύσεις. Ο δήμος ετοιμάζεται να το αγοράσει με ένα -εγκεκριμένο από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων- δάνειο ύφους 1,2 δισ. δρχ., αλλά σταματάει όταν το 2002 κηρύχθηκε από την κυβέρνηση η αναγκαστική απαλλοτρίωση. Εντάσσεται μάλιστα στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας. Το Σώμα Ορκωτών Λογιστών το εκτιμά στα 9,1 εκατ. ευρώ. Ταυτόχρονα γίνονται και δύο δίκες για την αξία και το πρωτοδικείο εκδικάζει αρχικά 17 εκατ. ευρώ ενώ στο εφετείο γίνεται ο συμβιβασμός στην τιμή που όρισε το ΣΟΕ. Για να μη ζαλιστούμε από τα νούμερα, η τελική τιμή απαλλοτρίωσης είναι πάνω από τέσσερις φορές μεγαλύτερη της τιμής αγοράς. Αυτό κάποιοι θα το έλεγαν καλή εμπορική επιτυχία και κάποιοι άλλοι θέτουν ερωτηματικά για το πώς έφτασε εκεί. Με την αλλαγή της κυβέρνησης το 2004 και τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, η απόφαση για την απαλλοτρίωση ανακαλείται. Ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Πέτρος Τατούλης προσπαθεί να πάρει το ακίνητο για να γίνει πολιτιστικό κέντρο για 5 εκατ. ευρώ, όσο και η αντικειμενική αξία (σήμερα περίπου 5,5 εκατ. ευρώ). «Η εκτίμηση της αξίας έγινε από τριμελή επιτροπή της Κτηματικής Υπηρεσίας, όπως ορίζει ο νόμος», μας λέει. «Επειδή οι ιδιοκτήτες δεν συμφώνησαν, τους προτάθηκε ανταλλαγή με άλλο ακίνητο του Δημοσίου. Δεν βρήκαν ούτε αυτή την πρόταση ικανοποιητική. Ως υφυπουργός Πολιτισμού έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διευθέτηση του ζητήματος, το οποίο εκκρεμούσε για μεγάλο διάστημα, πάντα στο πλαίσιο του δυνατού και με γνώμονα τη νομιμότητα και τη διαφάνεια». Ο ιδιοκτήτης προσφεύγει στο ΣτΕ για αποχαρακτηρισμό της έκτασης ώστε να μπορεί να οικοδομήσει. Η υπόθεση, μετά από πέντε αναβολές, θα δικαστεί στις 23 Σεπτεμβρίου. Με δύο αποφάσεις, του Γ. Βουλγαράκη και του Μ. Λιάπη διαδοχικά ως υπουργών Πολιτισμού, το Δημόσιο επιστρέφει ως αγοραστής. Η τελευταία, πέρσι, ήταν μάλιστα κατεπείγουσα. Ρωτήθηκε ο ιδιοκτήτης αν συμφωνεί στα 9,042 εκατ. ευρώ της νέας εκτίμησης (έκοψαν κάτι), είπε «ναι», αλλά και πάλι… Από το υπουργείο πήραμε τη διαβεβαίωση ότι οι προθέσεις δεν έχουν αλλάξει, αλλά χρήματα δεν υπάρχουν. Ενα από τα προβλήματα είναι ότι με την περσινή απόφαση το κονδύλι θα έβγαινε από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων. Πράγμα ελαφρώς παράλογο, αφού όσο στοιχίζει η βίλα είναι ο ετήσιος προϋπολογισμός του ΤΑΠ, και έχει ένα σωρό ιδιοκτήτες άλλων ακινήτων να αποζημιώσει. Η Μαρία Δαμανάκη έχει ασχοληθεί πολλά χρόνια με το θέμα. Πρόσφατα κατέθεσε άλλη μία ερώτηση στη Βουλή, για το αν προτίθεται ο νυν υπουργός Α. Σαμαράς και με ποιο χρονοδιάγραμμα να προχωρήσει στην απαλλοτρίωση. Τη ρωτήσαμε τι φταίει και παρά τις αποφάσεις, και από το ΠΑΣΟΚ και από τη Ν.Δ., τελικά τίποτα δεν γίνεται. «Η πολιτική της Ν.Δ. είναι τσιμέντο παντού και όταν έχεις ως προτεραιότητα το τσιμέντο δεν βάζεις 9 εκατ. στη βίλα Ιόλα», απάντησε. «Προ του 2004 υπήρξε μία θετική εξέλιξη, που όμως έμεινε ημιτελής. Μετά το 2004 η κυβέρνηση έβαλε το θέμα στο τελευταίο συρτάρι και σήμερα βρισκόμαστε στο κρίσιμο στάδιο ενδεχόμενου αποχαρακτηρισμού της έκτασης. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί. Η βίλα και ο περιβάλλων χώρος έχουν και ιστορική αξία αλλά και σημαντική περιβαλλοντική σημασία για την ποιότητα ζωής των κατοίκων της Αγ. Παρασκευής και της βόρειας Αθήνας». Στο περιβάλλον του ιδιοκτήτη θεωρούν βέβαιο ότι θα κερδίσουν την υπόθεση στο ΣτΕ. Μάθαμε ότι ήδη δύο εφοπλιστές έχουν ενδιαφερθεί να αγοράσουν το κτήμα. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν απηυδήσει. Για χρόνια ακούν, ειδικά προεκλογικά, ότι εκεί θα γίνει ένα πάρκο πολιτισμού. Υπήρξε ακόμη και μια πρόταση να το αγοράσει ο δήμος με έκτακτη εισφορά των κατοίκων. Αλλά αυτά δεν συμβαίνουν στην Ελλάδα. Οχι για τον πολιτισμό. Οι καλλιτέχνες, μεταξύ τους και πολλοί διάσημοι, έχουν απηυδήσει. Κάθε τόσο υπογράφουν εκκλήσεις… Η «Ομάδα Φιλοπάππου», μια πρωτοβουλία εικαστικών, το έχει αναγάγει σε κεντρικό της θέμα. Ο δικηγόρος του ιδιοκτήτη Θεόδωρος Κωνσταντόπουλος μας λέει ότι δεν έχουν κανένα λόγο να είναι ενάντιοι στο κοινό αίσθημα για την αξιοποίηση του ακινήτου. Θέλουν να λυθεί το θέμα, να πάρουν την αποζημίωση και να παραδώσουν το κτήμα. Αντί για επίλογο να προσυπογράψουμε μια παλαιότερη έκκληση γνωστών καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων ο Κώστας Γαβράς, που κατέληγε με τη φράση: «Αν η πολιτική βούληση δεν επαρκεί για να σώσει από την τσιμεντοποίηση ιστορικούς χώρους, δεν μπορούμε να μιλάμε για πολιτισμό στην Ελλάδα».
Διαβάστε 1. Νίκος Σταθούλης, «Αλέξανδρος Ιόλας», εκδ. Λιβάνη Η βιογραφία του γκαλερίστα και συλλέκτη. Από την Αλεξάνδρεια του Καβάφη σε μεγάλα μπαλέτα και από τα καταγώγια της τέχνης στα σαλόνια των κροίσων, ο Ιόλας έζησε μια μυθιστορηματική ζωή.
2. Ντανιέλ Αράς, «Ιστορίες ζωγραφικής», εκδ. Εστία Η ιστορία της ζωγραφικής από την ανακάλυψη της προοπτικής ώς την εξαφάνιση της φιγούρας. Μαθήματα για τη μύηση των θεατών σε τεχνικές και ζωγράφους. Ποιός ήταν ο Αλέξανδρος Ιόλας ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ (boyio@enet.gr) | ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ * Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1908 ως Κωνσταντίνος Κουτσούδης. * Γιος εμπόρου, ήρθε στην Αθήνα με μόνο εφόδιο συστατικές επιστολές του Κ. Καβάφη προς τους Κ. Παλαμά, Α. Σικελιανό και Δ. Μητρόπουλο. * Ανακαλύπτει στο χορό το ταλέντο του και σπουδάζει στην Αθήνα, στο Βερολίνο και στο Παρίσι. Γίνεται πρώτος χορευτής σε μεγάλα μπαλέτα. * Στο Παρίσι συναναστρέφεται με καλλιτέχνες. Αγοράζει τον πρώτο του πίνακα από τον ίδιο τον Ντε Κίρικο και ερωτεύεται τον Ζαν Κοκτό. Σιγά σιγά εγκαταλείπει το χορό και στρέφεται στις εικαστικές τέχνες. * Το 1944 ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη. Η ελίτ των ΗΠΑ τον λατρεύει και η κόρη του προέδρου Ρούσβελτ τον «βαπτίζει» Αλέξανδρο Ιόλα. * Στην γκαλέρι του εκθέτει για πρώτη φορά ο Αντι Γουόρχολ ενώ παρουσιάζονται και Ευρωπαίοι άγνωστοι στους Αμερικανούς, όπως ο Ερνστ και ο Μαγκρίτ. Λέγεται ότι πρώτος εκτίναξε τις τιμές σε έργα από μερικά δολάρια σε εκατοντάδες χιλιάδες. * Τα επόμενα χρόνια ανοίγει πολλές άλλες γκαλερί σε μεγάλες πόλεις από τη Μαδρίτη έως τη Βηρυτό. Παίζει με τη σύγχρονη τέχνη επιδέξια και μισθώνει καλλιτέχνες να δουλεύουν γι’ αυτόν με συμβόλαια. * Το γαλλικό κράτος του απονέμει το παράσημο της λεγεώνας της τιμής. * Επιστρέφει στην Ελλάδα στην ακμή της επιτυχίας του και χτίζει τη βίλα του. Εκεί φιλοξενεί τρανταχτά ονόματα της τέχνης αλλά και φιλόδοξους νέους. Ενδύεται το ρόλο του μαικήνα που τον λατρεύουν και τον μισούν για τη συμπεριφορά του και ένα εκκεντρικό για την εποχή ντύσιμο που κραυγάζει τις ερωτικές του προτιμήσεις. Ζει μέσα στη χλιδή και τις απολαύσεις αλλά χαρίζει και πολλά έργα σε μουσεία. * Ο ελληνικός λαϊκίστικος συντηρητισμός τού ανοίγει πόλεμο τη δεκαετία του 1980 και με πηχυαίους τίτλους για «βίλα οργίων» και άλλα τέτοια τον απομονώνει από τους «φίλους» του. * Στις 8 Ιουνίου 1987 αφήνει την τελευταία του πνοή στη Νέα Υόρκη. Κύρια κληρονόμος του ήταν η αδελφή του Νίκη Στάιφελ.

Ανασύρθει στις 28/5/2020 από http://jigiart.blogspot.com/2012/02/boyioenet.html

Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 – Κατερίνα Λυμπεροπούλου, 6/5/2012, αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 7/5/2012

Η μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα μέσα από τα μάτια του εντεταλμένου βιογράφου του. Η άνοδος και η πτώση ενός μαικήνα της τέχνης
Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 Η μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα μέσα από τα μάτια του εντεταλμένου βιογράφου του. Η άνοδος και η πτώση ενός μαικήνα της τέχνης.
Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 Ο Αλέξανδρος Ιόλας (δεξιά) με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Σταύρο Ξαρχάκο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τότε που οι βραδιές στην έπαυλη της Αγίας Παρασκευής άρχιζαν να αποκτούν μυθικές διαστάσεις «Ο,τι κι αν γίνει, να θυμάσαι ότι κρατάς στα χέρια σου ένα υλικό. Μη βιαστείς να το εκδώσεις. Βγάλε το 25 χρόνια μετά. Καλύτερα να μην εκδοθεί παρά να το αδικήσεις. Εχεις τον χρόνο μπροστά σου. Εγώ δεν έχω χρόνο». Ηταν 1987 όταν ο Αλέξανδρος Ιόλας, καταβεβλημένος από το AIDS, βρισκόταν κοντά στο τέλος της ζωής του. Ενα τέλος οικτρό, με την Ελλάδα του «αυριανισμού» να επιτίθεται σε μια προκλητική αλλά σε κάθε περίπτωση χαρισματική προσωπικότητα την οποία αδυνατούσε να κατανοήσει. Η προσωπικότητα αυτή, ωστόσο, είχε τη διορατικότητα να αντιληφθεί ότι ένα τέταρτο του αιώνα μετά, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Και την ώρα που σχεδόν όλοι τού είχαν γυρίσει την πλάτη – καθώς κατηγορούνταν για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών -, ο ίδιος τοποθέτησε την πιθανή «αποκατάστασή» του σε μια άλλη εποχή, ίσως πιο ώριμη, πιο ανεκτική. Ο βιογράφος του Νίκος Σταθούλης, δημοσιογράφος και σύμβουλος τέχνης, κράτησε την υπόσχεσή του: ακριβώς 25 χρόνια μετά τον θάνατο του μαικήνα της τέχνης, που έζησε τη ζωή ως το μεδούλι, ερωτεύθηκε, εξευτελίστηκε και βίωσε μια πτώση τόσο ιλιγγιώδη όσο και η άνοδός του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός η βιογραφία του. Ο συνεργάτης του Ιόλα περιγράφει το συναρπαστικό ταξίδι της ζωής του επιχειρώντας να τοποθετήσει τον «μύθο» στο σωστό, κατά τη γνώμη του, κάδρο. Ακόμη και αν ο θαυμασμός του για τον βιογραφούμενο είναι υπερβολικός, γεγονός παραμένει ότι το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι, καθώς η ζωή του κοσμοπολίτη Ιόλα, ο οποίος στην ουσία έγινε γέφυρα του σουρεαλισμού στις ΗΠΑ αποκομίζοντας τεράστια κέρδη, υπήρξε άκρως μυθιστορηματική. «Η ζωή, παιδί μου, είναι σαν το θέατρο. Ολους μάς θέλει. Αλλοι είμαστε γεννημένοι πρωταγωνιστές, άλλοι είναι γεννημένοι για να είναι κομπάρσοι» είχε πει ο ίδιος στον Σταθούλη. Και ο Αλεξανδρινός με τις βαριές γούνες είχε γεννηθεί ηγέτης. Αλεξάνδρεια, Νέα Υόρκη, Αγία Παρασκευή Ενα βράδυ, σκαστός από το σπίτι, ο νεαρός γιος οικογένειας εμπόρων βαμβακιού της Αλεξάνδρειας είδε τη Μαρίκα Κοτοπούλη στη σκηνή: «Είδα το φως. Κατάλαβα ότι ήμουν γεννημένος για την τέχνη». Ετσι, με δέκα χρυσές λίρες και τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης – όπως ήταν το πραγματικό του όνομα – αφήνει το 1926, στα δεκαοχτώ του, την Αλεξάνδρεια για την Αθήνα και στη συνέχεια το Βερολίνο και γίνεται πρώτος χορευτής σε καλλιτεχνικά σχήματα της Ευρώπης. Στο Παρίσι θα συνδεθεί με τον Πολ Βαλερί αλλά και τον Αντρέ Μπρετόν, τον σουρεαλιστή «με τα τρελά, ωραία μαλλιά». Ο μοντερνισμός ακολουθεί: ο ελληνοτραφής Τζόρτζιο ντε Κίρικο τον μυεί στον κόσμο της τέχνης και σιγά-σιγά ο Ιόλας σχετίζεται με τους κορυφαίους: Κοκτό, Πικάσο, Μπρακ, Ερνστ… Το 1943 αρραβωνιάζεται την εγγονή του προέδρου των ΗΠΑ Θεοδώρα Ρούζβελτ και εκείνη αποφασίζει να του αλλάξει το όνομα σε Αλέξανδρο (από τον Μεγαλέξανδρο) Ιόλα (από τον Ιόλαο στους μύθους του Ηρακλή). Η σχέση τους λήγει άδοξα εξαιτίας αντιδράσεων από την οικογένειά της, αλλά ο δρόμος για να ανακαλύψει ο Ιόλας την Αμερική (και η Αμερική τον Ιόλα) έχει ανοίξει. Το 1953 γίνεται ιδιοκτήτης της «Ιόλας Γκάλερι» στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου θα παρελάσουν οι σημαντικότεροι ευρωπαίοι καλλιτέχνες. Η πορεία του είναι θριαμβευτική. «Το να βρίσκεσαι στη Νέα Υόρκη και να μην επισκεφθείς την γκαλερί του Ιόλα είναι σαν να βρίσκεσαι στην Ελλάδα και να μην επισκεφθείς τον Παρθενώνα» λέει η Μαργκότ Φοντέιν στην Τζάκι Κένεντι το 1968. Εν τω μεταξύ ο Ιόλας ανοίγει τη μία γκαλερί μετά την άλλη στις μητροπόλεις του κόσμου και συγχρωτίζεται με το διεθνές τζετ σετ. Ωστόσο αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Γιατί; «Γιατί οι Ελληνες είναι οι καλύτεροι εραστές του κόσμου» θα πει απροκάλυπτα στον βιογράφο του. Ο Ιόλας, ένας άνθρωπος που έζησε μέσα στην πρόκληση και την πολυτέλεια, έχτισε ένα σπίτι στην Αγία Παρασκευή για να χωρέσει τη συλλογή έργων τέχνης που είχε δημιουργήσει – και όμοιά της δεν υπήρχε σε όλη την Ελλάδα. «Εχουμε να υπενθυμίσουμε το εξής: μία μόνο αίθουσα του παλατιού του Ιόλα έχει περισσότερα αριστουργήματα απ’ όσα η Πινακοθήκη Αθηνών» γράφει η «Liberation». Οι εκκεντρικές εμφανίσεις και οι διαρκείς προκλήσεις, η παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του και η όλη συμπεριφορά του Ιόλα, ο οποίος διοργανώνει στο σπίτι του τις πιο περιζήτητες βραδιές της αθηναϊκής κοινωνίας, γύρω από αρχαία μάρμαρα και βενετσιάνικους καθρέφτες, τροφοδοτούν το προφίλ της ακολασίας. Η συνέντευξή του στην Ολγα Μπακομάρου για το περιοδικό «Γυναίκα», όπου αποδομεί με απαξιωτικούς όρους ολόκληρο το πολιτικό-καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής, θα είναι η αρχή του τέλους. Η Ελλάδα του ’80 δεν μπορεί ούτε να τον ερμηνεύσει ούτε βεβαίως να τον συγχωρέσει μετά και τις βαριές εναντίον του κατηγορίες από την τραβεστί «Μαρία Κάλλας» (Αντώνης Νικολάου). «Τον Παράδεισο τον διακοσμείς όπως θέλεις» Ο Νίκος Σταθούλης αποδίδει ευθέως ευθύνες στην αδελφή του Ιόλα, Νίκη Στάιφελ, για την απομόνωσή του στα τελευταία στάδια της αρρώστιας του και την απομάκρυνση της συλλογής του από την Ελλάδα – με τη βοήθεια του ελληνικού κράτους, το οποίο αδιαφόρησε για μια δωρεά εκ μέρους του Ιόλα. Σήμερα στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παραμένει μόνο ένα μέρος της συλλογής του – και αυτό έπειτα από παρέμβαση ορισμένων ανθρώπων της τέχνης που αντιτάχθηκαν στο κλίμα της εποχής. «Πώς φαντάζεστε τον Παράδεισο;» τον είχε ρωτήσει ο Νίκος Σταθούλης. «Τον Παράδεισο τον διακοσμείς όπως θέλεις, έχει πολύ ψηλά ταβάνια και ακριβό νοίκι» είχε απαντήσει εκείνος. «Θα περιμένω να δω τι πουλάνε εκεί. Είναι μεγάλη αγορά»

Ανασύρθει στις 28/5/2020 από http://jigiart.blogspot.com/2012/05/80.html

Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού – Χρήστος Παρίδης, αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 29/3/2012

Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού Η έκδοση της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα από την Οδό Πανός δίνει την αφορμή στον Χρήστο Παρίδη να αφηγηθεί τις σημαντικότερες στιγμές μιας αμφιλεγόμενης και συνάμα επιδραστικής προσωπικότητας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ
Για χρόνια δεν περνούσε μέρα που η «Αυριανή» να μην ασχολείται μαζί του. Αυτό γινόταν εν μέρει για να πληγεί ο φίλος του Κωνσταντίνος Καραμανλής- εξού και οι επίσης χυδαιότατες επιθέσεις εναντίον της «συκιάς Χατζιδάκι». Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα, ενός ανθρώπου που πέρασε από την ελληνική δημόσια ζωή, προκαλώντας τρομερή χλαπαταγή, απορρίφθηκε από την κυρίαρχη λογική, μυθοποιήθηκε από κάποιους, λαβώθηκε ανεπανόρθωτα από τον Τύπο, αγνοήθηκε από την πολιτεία κι έφυγε βαθιά απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του. Μια σημαντική προσωπικότητα της διεθνούς εικαστικής σκηνής που επηρέασε και εν μέρει καθόρισε τη σύγχρονη τέχνη και που οφείλαμε να του αποδώσουμε ανάλογες τιμές. Αντ’ αυτού, πολεμήθηκε λυσσαλέα. Αλεξανδρινός, άφησε στα δεκαοκτώ του, το 1926, την οικογένειά του, παίρνοντας μαζί του δέκα χρυσές λύρες, τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), μια υπέρμετρη φιλοδοξία και όνειρα μεγαλείου. Τι ήθελε να γίνει δεν ήξερε πραγματικά: πιανίστας ίσως ή χορευτής. Η δεσποτική του γιαγιά τού είχε πει: «Πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ποτέ στην Ελλάδα». Το ένστικτό της για την πατρίδα θα επαληθευόταν οικτρά μισό αιώνα αργότερα. Όμως, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήθελε ν’ αποδράσει και ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν. Οι απόπειρες του πατέρα του να τον φέρει πίσω και να γίνει βαμβακέμπορος δεν καρποφόρησαν. Η ζωή στην Αθήνα είχε μια γοητευτική ελευθερία. Άλλωστε ανήκε ήδη, ως προστατευόμενος, σε έναν κύκλο ξεχωριστό. Συναναστρεφόταν την Κοτοπούλη, ο Σικελιανός τον προετοίμαζε για τις Δελφικές Γιορτές και η Νέλλη Σεραϊδάρη τον φωτογράφιζε να χορεύει στον Παρθενώνα. Αλλά σύντομα θ’ αποδρούσε ακόμα πιο μακριά. Έτσι βρέθηκε, εν έτει 1929, στο Βερολίνο, αυτήν τη φορά με μια επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον σκηνογράφο της όπερας Πάνο Αραβαντινό. Εκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου. Η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε νέο φευγιό για το Παρίσι, το οποίο θεωρούνταν διεθνές κέντρο του χορού. Εκεί συνδέθηκε με τον Πωλ Βαλερύ, ο οποίος τον επηρέασε καθοριστικά στον τρόπο σκέψης του, αλλά και με τον Αντρέ Μπρετόν, τον θεωρητικό του σουρεαλισμού. Αναπόφευκτα ήρθε σε επαφή με την τέχνη και τον μοντερνισμό. Μια μέρα του 1936, περνώντας έξω από μια γκαλερί, έμεινε ενεός μπροστά σε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο. Μπήκε μέσα, τον καπάρωσε και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να τον ξεπληρώσει. Μαζί κέρδισε και τη φιλία του ελληνοτραφούς Ιταλού ζωγράφου, με τον οποίο εντρύφησε στον κόσμο του πνεύματος. Έτσι, άρχισε να γνωρίζει τους πάντες. Τον Ραούλ Ντιφί, που του έκανε το πορτρέτο, τον Κοκτώ, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μαν Ρέι και τον Μαξ Ερνστ. Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα. Έστησαν ένα μπαλέτο κι έφυγαν για περιοδεία στη Βραζιλία. Έμειναν μαζί μέχρι το 1943 και λίγο μετά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον χορό. Με τη βοήθεια της φίλης του δούκισσας Μαρία ντε Γκραμόν άνοιξε το 1946 την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε ατομικές εκθέσεις του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαξ Ερνστ, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση. Το 1952 «ανακάλυψε» τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη έκθεση, μια σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε. Από εκεί και μετά η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική. Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, ξεκινώντας με τη Γενεύη το 1963. Ακολούθησαν Παρίσι, Λονδίνο, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βυρηττός. Ζει μυθιστορηματικά, ασκώντας τεράστια επιρροή στη σύγχρονη τέχνη. Ο ζωγράφος Γιώργος Λαζόγκας εξηγεί: «Τη δεκαετία του ’60 δημιουργείται μια γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ και ο Ιόλας σ’ αυτό το άνοιγμα πρωταγωνίστησε σε παγκόσμια κλίμακα». Όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασε ποτέ ούτε την οικογένειά του ούτε την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι το περνούσε εδώ. Γύρω στο 1950, τον καιρό που συνεργαζόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει τον Τσαρούχη στο εξωτερικό, γνωρίστηκε με τον Πικιώνη και του ανέθεσε να του κτίσει ένα σπίτι σε μια τοποθεσία που είχε εντοπίσει ανάμεσα σε αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια κάμαρα κι ένας χώρος για να στεγάσει κάποια έργα που έφερε μαζί του. Σταδιακά, το σπίτι μεγάλωνε για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη τη συλλογή. Για κάθε νέα άφιξη ορθωνόταν κι ένα νέο τμήμα, μέχρις ότου αναδύθηκε ένα ανάκτορο που στέγαζε μια εκπληκτική συλλογή, που όμοιά της δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Ένα μοναδικό πάντρεμα αρχαίων ελληνικών, κυκλαδικών, βαβυλωνιακών αντικειμένων, ρωμαϊκών κολονών, βυζαντινών εικόνωνκαι έργα των ιδιοφυέστερων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα. Συχνά φιλοξενούσε ινκόγκνιτο σημαντικές προσωπικότητες, ενώ ήταν σαφές ότι εκεί σκόπευε να εγκατασταθεί στα γεράματά του. Απέναντι από το δικό του έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ – με την πρώτη είχε παθολογική σχέση. Αρχές του ’70 ξεκίνησε συνεργασία με τη γκαλερί Ζουμπουλάκη. Στην ελληνική κοινωνία ήταν γνωστός σ’ έναν μικρό κύκλο καλλιτεχνών κυρίως. Είχε προβάλει ήδη διεθνώς τη δουλειά του Τσόκλη, του Παύλου, του Ακριθάκη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του γλύπτη που θεωρούσε τον σημαντικότερο της εποχής του, τον Τάκι. Ήξερε πολύ καλά τη Μελίνα και τον Κακογιάννη, είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή. Δεν έκρυβε καθόλου ότι ήταν ομοφυλόφιλος -το αντίθετο, μάλιστα- και διατεινόταν ότι οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι εραστές του κόσμου! Με μερικούς συνδέθηκε ιδιαιτέρως, παίρνοντάς τους μαζί του στα ταξίδια του στις μεγάλες μητροπόλεις και στα μεγάλα πάρτι της διεθνούς αριστοκρατίας. Η ελληνική κοινωνία, συντηρητική κι εσωστρεφής, δεν γνώριζε την ύπαρξή του και σε όσους είχαν ακούσει κάτι όλα αυτά φάνταζαν εξωφρενικά κι εξωτικά. Άρχισε να γίνεται γνωστός όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να προβάλλει στον «Ταχυδρόμο», στις περίφημες σελίδες του Ίακχου, τα πάρτι του. Από τον πρώτο κιόλας καιρό έγινε απίστευτο σούσουρο. Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο. Μύθοι άρχισαν να διαχέονται στην πόλη για πάρτι ανήκουστης ξετσιπωσιάς, με διασημότητες του πλούτου και του θεάματος να ζουν νύχτες ακολασίας. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981 και η Μελίνα έγινε «εφ’ όρου ζωής» υπουργός Πολιτισμού. Δύο χρόνια αργότερα ο Ιόλας παραχώρησε στην Όλγα Μπακομάρου μια συνέντευξη-ποταμό για τη «Γυναίκα». Και από ‘κεί άρχισε η μεγάλη κατρακύλα. Μίλησε με την έπαρση ενός αριστοκράτη και την υπεροψία ενός ηγεμόνα, απαξιωτικά για όλους και όλα. Με πόζα σχεδόν θεατρική αποκαθήλωσε ολόκληρη την ελληνική κουλτούρα. Από τον Τσαρούχη, με τον οποίο εν τω μεταξύ είχε έρθει σε ρήξη, μέχρι τον Κουν και την ίδια τη Μελίνα. Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα, αλλά και απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή, ήταν περιπαικτικός. Ολοκλήρωσε την πολιτική του θέση, λέγοντας το αμίμητο «Η φτερού να μας κυβερνήσει»! Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με το «ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του, ήταν γελοίος», όπως και με άλλες παραβολές του. Το χιούμορ του και ο κοσμοσπολιτισμός του, αντί να τους διασκεδάσει, τους εξαγρίωσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους πολυπήγαινε αυτή η παρδαλή περσόνα. Γι’ αυτούς δεν ήταν ούτε μαικήνας, ούτε εμπνευστής μεγάλης τέχνης. Ήταν μια «κραγμένη», κάποιος που τον τοποθετούσαν στον απόπατο του βολεμένου συστήματος αξιών τους. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που πυροδότησε την απόλυτη εξόντωσή του. Η τραβεστί με το ψευδώνυμο Μαρία Κάλλας, ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος που, έχοντας εργαστεί δίπλα στον Ιόλα, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, επειδή τον έδιωξε. Τον κατηγορούσε για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών. Με πρώτη και καλύτερη την «Αυριανή», την εφημερίδα που εξέφραζε εκείνη την εποχή τον πιο φαύλο και φασίζοντα λαϊκισμό, ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον του Ιόλα με τους πλέον χυδαίους χαρακτηρισμούς. Για χρόνια δεν περνούσε εβδομάδα που να μην ασχοληθεί μαζί του. Ίσως με κύριο στόχο τον Καραμανλή, καθώς ανάλογο πόλεμο είχε κηρύξει και στον άλλο του φίλο, τον Μάνο Χατζιδάκι. Την ακολούθησε σχεδόν ολόκληρος ο ελληνικός Τύπος, με τη συνδρομή δημοσιογράφων της προοδευτικής, κυρίως, παράταξης. Μερικοί τίτλοι ήταν «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία». Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, που το είχε αναγάγει σε προσωπική βεντέτα, ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, και ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος. Ο Ιόλας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, έδινε όλο και περισσότερη τροφή με όλο και πιο κραυγαλέες εμφανίσεις και δηλώσεις. Ο διασυρμός αυτός έμελλε να τον αποδιοργανώσει κι εν τέλει να τον καταστρέψει. Οι Έλληνες καλλιτέχνες σταμάτησαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι κοινωνικές επαφές περιορίστηκαν, άρχισε να έχει οικονομικό πρόβλημα. Είχε επίσης χαρίσει τις γκαλερί στους εραστές του, που τις διηύθυναν. Η φίλη του Μελίνα αρνήθηκε να τον στηρίξει, αδιαφορώντας για την πρόθεσή του να κάνει δωρεά τη συλλογή του μαζί με το σπίτι του στο ελληνικό κράτος. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη «Ζουμπουλάκη» στην πλατεία Κολωνακίου, κάποιοι που καθόντουσαν στη διπλανή καφετέρια άρχισαν να τον κράζουν «να τη, η γριά τσατσά». Αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για εβδομάδες. Όλα αυτά την ίδια εποχή, πάνω κάτω, που η γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν με αφορμή τη μεγάλη έκθεση της συλλογής της Ντομινίκ ντε Μενίλ, της οποίας ήταν δημιουργός. Ο ίδιος ο Ιόλας ξενάγησε στα εγκαίνια τον Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ. Στη Θεσσαλονίκη, μια παρέα φωτισμένων φιλότεχνων, με προεξάρχουσα τη στενή του φίλη Μάρω Λάγια, προσπαθούσαν να βρουν χώρο να στεγάσουν το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, όπου θα τοποθετούσαν έργα τέχνης που θα τους δώριζε ο Ιόλας. Η Μάρω Λάγια θυμάται: «Πήγαμε να βρούμε τον Καραμανλή σε μια δεξίωση και όταν του είπα “κύριε Πρόεδρε, ο Ιόλας θέλει να μας χαρίσει μια συλλογή του και δεν έχουμε χώρο”, εκείνος μου απάντησε στον ενικό “και τι θέλεις από μένα; Αν αυτός σου δώσει, κάτι εμένα να μου περάσεις χαλκά στη μύτη” κι έκανε και την κίνηση στη μύτη». Τέτοιες συμπεριφορές δεν απέτρεψαν ούτε εκείνη ούτε την Κατερίνα ή τον Πέτρο Καμάρα, τον Γιάννη Μπουτάρη, το Γιώργο Λαζόγκα και τους υπόλοιπους απ’ το να κυνηγήσουν τον στόχο τους. Τελικά, βρέθηκε ο Γιώργος Φιλίππου της Φίλκεραμ-Τζόνσον, ο οποίος τους παραχώρησε χίλια τετραγωνικά μέσα στο εργοστάσιό του κι έτσι ο Ιόλας πείστηκε να παραχωρήσει 48 έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως οι Τινγκελί, Νίκι ντε Σεν-Φαλ, Ρεϋνώ, Ράις, Μπράουνερ, Τάκι, Τσόκλη, Ακριθάκη και πολλοί άλλοι. Τα εγκαίνια εντάχθηκαν στα Δημήτρια του 1984 και η Κατερίνα Καμάρα θυμάται ότι «ο πασοκικός δήμαρχος Μιχάλης Παπαδόπουλος ήθελε να βγάλουμε το όνομα του Ιόλα από την πρόσκληση τη στιγμή που ανοίγαμε έκθεση με τη συλλογή που μας είχε παραχωρήσει! Τέτοιος λαϊκισμός! Τελικά, κάναμε διπλές προσκλήσεις». Στο Μακεδονικό Μουσείο σήμερα βρίσκεται το μόνο τμήμα της συλλογής Ιόλα που πρόλαβε να σωθεί στην Ελλάδα. Η Μάρω Λάγια, πάντως, λέει ότι όταν ο Ιόλας επέστρεψε από μια σοβαρή εγχείρηση καρδιάς που έκανε στην Αμερική και βρέθηκε μαζί του στην Αγία Παρασκευή, είδε τα περισσότερα δωμάτια άδεια. «Η συλλογή χάθηκε πριν από τον θάνατό του. Η αδελφή του είχε προλάβει και είχε στείλει έξω ένα μεγάλο μέρος. Βλέποντας τους άδειους χώρους, μου είπε “παιδί μου, η σύγχρονη τέχνη πάει μπροστά, θα πάρουμε καινούργια”. Αλλά ούτε εμάς μας ήθελε η Νίκη. Προσπαθούσε να αποτρέψει τη δωρεά». Με την Νίκη Στάιφελ είχε μια σχεδόν αρρωστημένη σχέση. Ενώ λάτρευαν ο ένας τον άλλον, καθημερινά βίωναν δραματικές συγκρούσεις. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, αλλά ούτε και να πει κάτι εναντίον της στον ίδιο. Η γκαλερίστα Ελισάβετ Λύρα, η οποία σχετιζόταν από παιδί, λόγω του συλλέκτη πατέρα της, με τον Ιόλα, λέει «πάντως, μην ξεχνάμε ότι η Νίκη τον βοήθησε και με τους γάμους της… Αλλά τι συζητάμε τώρα, ο Ιόλας ήταν bigger than life. Εγώ του χρωστάω τα πάντα. Αισθανόταν την τέχνη εκατό φορές περισσότερο από όλους μας. Ξέρεις πόσο σημαντικός άντρας ήταν ο Ιόλας; Όταν οργάνωσα στο Βυζαντινό Μουσείο την έκθεση “Warhol Icon”, εντόπισα μια συνέντευξη στο “Flash Art”, όταν ετοίμαζαν οι δυο τους τον “Μυστικό Δείπνο” στο Μιλάνο. Ρωτάει ο δημοσιογράφος τον Γουόρχολ “Γιατί επιλέξατε να ζωγραφίσετε τον Μυστικό Δείπνο;” και απαντάει “Γιατί ο Ιόλας μου είπε να το κάνω”. Λίγο καιρό μετά πέθαναν και οι δυο». Κατά τη Μανίτα Χατζηφωτίου, σύμβουλο έργων τέχνης, «μετά τον θάνατό του, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, εδώ και στο εξωτερικό, έμειναν στάσιμοι, σταμάτησαν να έχουν έμπνευση. Ενώ, σ’ ό,τι έβαζε εκείνος το χέρι του, γινόταν χρυσό». Η ίδια φωτίζει μια άλλη πτυχή. «Ήθελε να βάλει ένα παιδάκι στο Κολέγιο Αθηνών με την προϋπόθεση να δεχτούν κάποια έργα δωρεά. Κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου έδωσε μάχη, ώστε να μη δεχτούν». Magnify Image Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Ιόλας έδωσε το παρών στον13ο τακτικό ανακριτή για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Οκτώ χοντρόδετα ντοσιέ αποδείκνυαν την προέλευση όλων των αντικειμένων. Ο ανακριτής τον διαβεβαίωσε ότι θεωρούσε την υπόθεση λήξασα και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το όνομά του στον Τύπο. Ουσιαστικά, ήταν σαν να είχε επαναπατρίσει 2.500 αρχαία. Ο Λαζόγκας προσθέτει επ’ αυτού: «Δεν βρήκαμε καμία συμπαράσταση από κανέναν δημοσιογράφο. Ο “αυριανισμός” είχε τρομερή δύναμη. Η Ελλάδα αδυνατούσε ακόμα να αντιληφθεί τα ανοίγματα της σκέψης και της αισθητικής, έτσι ώστε η παρέμβαση του Ιόλα να αποδώσει. Ο χώρος της τέχνης, που εγώ τον τοποθετώ πριν και μετά τον Ιόλα, έχασε πολλά εξαιτίας της κακής αντιμετώπισής του. Γιατί ήταν μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και βαθύτατος γνώστης της τέχνης, με παγκόσμια εμβέλεια». Ο Ιόλας μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη ως ασθενής με AIDS. Η Νίκη διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια. Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά. Άνθρωποι της αυλής του και η Νίκη τραβούσαν από τα χέρια ο ένας του άλλου χαλιά, ρούχα, έπιπλα Αναφέρθηκαν διαρρήξεις. Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν. Τα αρχαία φυγαδεύονταν στο απέναντι σπίτι και κούτες έφευγαν ως οικοσκευή με προορισμό την κόρη της Σύλβια ντε Κουέβας στην Αμερική. Φυσικά, προτού τεθεί θέμα φόρου κληρονομιάς. Κάποιες κατασχέθηκαν στην αποθήκη της μεταφορικής εταιρείας. Ο βιογράφος του Σταθούλης λέει: «Θεωρώ ηθικό αυτουργό τον Φώτη Κουβέλη, ο οποίος, ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, είχε οριστεί μεσεγγυούχος της περιουσίας και δεν έκανε τίποτα να την προστατεύσει». Ο Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1987. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει. Τι απέγιναν τα 10.000 έργα τέχνης; Σε ποιων τα χέρια κατέληξαν; Η πολιτεία, βέβαια, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει τη δωρεά. Η χώρα που είχε λατρέψει και στην οποία δώριζε τη συλλογή-έργο ζωής του για να δημιουργηθεί ένα κέντρο τέχνης είχε σχεδόν εκδικητικά αρνηθεί να πραγματοποιήσει το όραμά του. Ο εικαστικός Ανδρέας Αγγελιδάκης εισέβαλε πριν από μερικά χρόνια στη ρημαγμένη έπαυλη της Αγίας Παρασκευής. «Είναι ένα σπίτι-θρύλος, που δεν έχει κανένα νόημα να το αποκαταστήσουμε. Συνδεόταν άμεσα με τη συλλογή. Χωρίς αυτήν είναι παράλογο να το επαναφέρουμε. Τι θα μπει στη θέση των λευκών βιβλίων ή εκεί όπου υπήρχαν χρυσές πόρτες; Βρήκα στο πάτωμα σκουπίδια και την προσωπική του ατζέντα. Στα υπόγεια σαπίζουν εξαιρετικοί κατάλογοι εκθέσεων. Αν είχε προλάβει να το κάνει κέντρο τέχνης, θα είχε αλλάξει όλη η ροή της ιστορίας της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα». Η βιογραφία του Αλέξανδου Ιόλα από τον Νίκο Σταθούλη κυκλοφορεί από την Οδό Πανός.

Alexandros Iolas and Thessaloniki – Jigi Art- Νίκος Σταθούλης , 15/3/2012

Alexandros Iolas and Thessaloniki It is remarkable how very important things can grow out of everyday, simple situations: Maro Lagia’s long friendship with Iolas, her commitment to the idea of a Museum of contemporary art in Thessaloniki and the immediate action taken by Petros Kamaras formed a combination of factors that led to «Iolas’ Donation» of forty seven works of art. Much has already been achieved since the initial conversation of 1978; while the idea of a Macedonian Museum of Contemporary Art animated a group of people who have worked very hard to make it an institution with character and breadth that will continue to inspire its members, and its friends and supporters. Alexandros Iolas was fascinated by Thessaloniki and its people. It reminded him, he said, of Alexandria; and he felt that on this relation, on this invisible thread, destiny would preserve his memory. Not in the people’s mind, but tangibly, in the works he delivered into their hands. For he believed that museums are better off in private hands, just like culture, which can thrive without governmental decisions. Alexandros Iolas was a man of the arts, a true cosmopolitan, a perceptive collector and a competent merchant. Still, a young man in the ‘30s he left his native Alexandria to study dance in Paris and Berlin. As principal dancer of the Metropolitan Opera of New York he travelled in Europe and discovered the new currents and styles in contemporary art. When a serious accident put an end to his career he decided to devote himself to collecting works of art. He was very excited about the work of Max Ernst, and later Rene Magritte and Victor Brauner.
Iolas quickly realised that post-war America was ready to receive restless Europe. Art was acquiring a market and a market value and it would not be overstatement to say that Iolas played a role in this development. Relying on a combination of instinct and knowledge, he sponsored and promoted what his experienced eye discerned. In 1953 he opened his first gallery in New York, 1963 in Geneva, 1964 in Paris, 1965 in Milan and a little later in Madrid. He promoted new artists, and established them, his gallery hosting names like Niki de Saint Phalle, Martial Raysse, Jean-Pierre Raynaud, Pino Pascali, Eliseo Mattiacci, Andy Warhol, Jean Tinguely, Roberto Crippa and Novello Finotti. In 1965 he decided to settle in Greece. He built himself a house-cum-museum in Aghia Paraskevi, on the outskirts of Athens. He met and befriended new artists, among them Takis, Akrithakis, Tsoklis and Pavlos, and set them on the ladder to international recognition and success. In so doing he left his mark on the 60s, 70s and 80s. An ambivalent personality, Alexandros Iolas was hard to decipher throughout his life. Prolific, cynical, and unpredictable, he reacted aggressively to the censure of conventional morality. Alexandros Iolas died in New York in 1987, his dream of an «Iolas Museum» in Athens unfulfilled. His vast and extraordinarily valuable collection, remained scattered, and only part of it is housed in the Centre Pompidou in Paris. Alexandros Iolas’ encounter with Thessaloniki was to acquire special significance, not only for the city but also for the posthumous fame of this singularly perceptive collector. There is nothing in Greece today to recall his inspired and creative sojourn in the country save the collection of the 47 works that he donated a generation ago as a “nucleus” around which to build a Macedonian Museum of Contemporary Art in this city. It was with great joy that the Board of Directors of the MMCA decided to honour him by giving his name to the Museum’s new three-storey wing and to dedicate to him the catalogue of the permanent collection, which now numbers more than one thousand works (paintings, sculptures, installations, assemblages, engravings, photographs), in the hope that the Museum will remain independent, unconventional and open-minded, that is guided by the same principles that charactirised Iolas himself. Donors The gesture made by Alexandros Iolas, the Museum’s first great benefactor, found its followers. Well-known collectors, including Magda Kotzia, Franz Geierhaas, Alexandros and Dorothea Xydis, Giorgos Apergis and Dimitris Meïmaroglou, and with them a host of artists, continue to offer collections and individual works, constantly expanding the Museum’s collection. In addition to our gratitude to all the artist-donors who have thus supported the Macedonian Museum of Contemporary Art, we wish to express our immense appreciation of their work. The formal and conceptual qualities of their work succeed in establishing a dialectic relation with the young students through the Museum’s educational programmes. Thus, the artistic message is conveyed to the young people promoting their cultural awareness. Heading the list of benefactors of the Museum are Giorgos Philippou of Philkeram-Jοhnsοn, who housed the Museum and its collection from 1979 to 2001, and Ι. Boutaris & Son SA, that shouldered its financial costs in the early years of its operation. Other major sponsors include TIF-HELEXPO, which initially provided space for the Museum’s temporary exhibitions in the Public Power Corporation pavilion, and later (1999-2002) for the construction of successive additions, originally with the support of the “Thessaloniki ‘97” Cultural Capital of Europe Organisation and subsequently thanks to a substantial grant from the European Free Trade Area (EFTA) via the European Investment Bank and the Greek government via the Ministries of Finance and Culture, and the “Stavros S. Niarchos” Foundation, which funded the organisation of the Museum Library and which continues to support its exhibition activity, particularly with regard to the presentation of its collection, in the Museum, in Athens and abroad. Donations and state financial support are particularly important for the Museum –The Ministry of Culture recognising the importance and growing fame of the Museum has supported it both morally (Programme Agreements) and financially for its operational requirements thus contributing actively to its growth and modernization (3rd CSF Operational Programmes “Culture 2000-2008” and “Information Society”, grants from which this was made possible). Of equal importance is the tremendous contribution made by our sponsors, who shoulder the financial burden of the Museum’s activities, exhibitions and parallel events. They include public bodies, credit institutions, cultural foundations, private businesse, the media, private citizens, and art galleries. The Boards of Directors of the Macedonian Centre of Contemporary Art, Architecture and Industrial Design and of the Macedonian Museum of Contemporary Art wish to thank all those who have given their moral and material support in their difficult mission. Without the benefactors, the sponsors and the donors, without the artists and the art galleries, without the individual people who support its activities, the Macedonian Museum of Contemporary Art would have never been able to pursue its aims and its programmes. The foundation is run by a thirteen-member Board of Directors, whose first members were appointed by the Constitutional Charter of the Foundation published in the Government Gazette no. 469/21.06.1994. They were: Ex officio Members: The Deputy Mayor for Culture of the Municipality of Thessaloniki. The Chairman of the Board of Directors of the Thessaloniki International Fair. The President of the Thessaloniki Chamber of Trade & Industry. Two members of the serving Board of Directors of the founding Association, designated by that Board. Eight members appointed by the absolved Board of Directors of the Foundation. The first Board of Directors of the “Macedonian Museum of Contemporary Art” Foundation were: The Deputy Mayor for Culture of the Municipality of Thessaloniki. The Chairman of the Board of Directors of the Thessaloniki International Fair. The President of the Thessaloniki Chamber of Trade & Industry. Argyris Maltsidis Panagiotis Kokkas Xanthi Heupel Ioannis Boutaris Maria Dambassina (Lagia) Atalande Siaga Matoula Scaltsa Aikaterini Mihailidou Katerina Kamara Alexandra Boutari The present Board of Directors of the Association was proposed by the serving Board as above at its meeting number 74/15.06.2006. After the General Meeting of the Macedonian Centre of Contemporary Art, Architecture and Industrial Design on 16.04.2008, the formal election procedure, and the initial meeting of the new Board on 08.05.2008 at which its officers were elected, it was decided that the Association would be represented on the Board of the Foundation by MCCA President Dr Xanthippe Skarpia-Heupel and Secretary Katerina Kamara.

Ανασύρθει στις 28/5/2020 από http://jigiart.blogspot.com/2012/03/alexandros-iolas-and-thessalonikiit-is.html

Μπήκαμε στην βίλα του Αλέξανδρου Ιόλα – Κίκα Κυριακάκου, popaganda.gr 01/07/2014

Mε αφορμή μια παράσταση αφιερωμένη στη ζωή του σημαντικού συλλέκτη μπήκαμε στην «θρυλική» βίλα της Αγίας Παρασκευής, η οποία έχει πλέον μετατραπεί σε ένα θλιβερό μνημείο. Φωτογραφίες: Κίκα Κυριακάκου

8

«Οι περισσότεροι έμποροι τέχνης λειτουργούν απλώς ως μια κηλίδα γράσου διευκολύνοντας τη λειτουργία του επιχειρηματικού κόσμου της τέχνης», σημειώνει η δημοσιογράφος Rachel Small σε πρόσφατο άρθρο της στο περιοδικό Interview. «Ωστόσο υπάρχουν ορισμένα θρυλικά πρόσωπα  τα οποία έχουν εδραιωθεί στην ιστορία της τέχνης, με τις προτιμήσεις, τις θεωρήσεις και τις κινήσεις τους. Ένα από αυτά ο Αλέξανδρος Ιόλας».

Mε αφορμή μια παράσταση αφιερωμένη στη ζωή του διορατικού και ευφυή Έλληνα φιλότεχνου, βρέθηκα κάποιες ημέρες πριν σε ένα από τα σημεία της Αθήνας που πάντοτε αποτελούσαν για μένα αστικό μύθο: τη βίλα του Αλέξανδρου Ιόλα. Ο διακεκριμένος χορευτής, γκαλερίστας και συλλέκτης Αλεξανδρινής καταγωγής, ταξίδεψε σε νεαρή ηλικία στη Νέα Υόρκη και γοητεύτηκε από την πλούσια εικαστική παραγωγή της αλλά και από τους καλλιτέχνες που είχαν διαφύγει στις Η.Π.Α. κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καθιερώθηκε ως μαικήνας διεθνών και Ελλήνων καλλιτεχνών όπως ο Magritte, ο De Chirico, ο Ernst, ο Warhol, ο Κουνέλης, ο Takis και ο Τσαρούχης. Πάντα εκκεντρικός, προβοκάτορας και τολμηρός, δεν άργησε να αποκτήσει ορκισμένους εχθρούς στην Ελλάδα του Αυριανισμού και της Αλλαγής τη δεκαετία του ’80. Ωστόσο ο Ιόλας επιθυμούσε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη χώρα του και έτσι επιστρέφοντας αγόρασε την περιβόητη βίλα της Αγίας Παρασκευής, ένα οίκημα–μουσείο σύγχρονης τέχνης, που ακόμη θυμάμαι να με εντυπωσιάζει στα ντοκιμαντέρ, τις συνεντεύξεις και τα αφιερώματα της τότε κρατικής τηλεόρασης.

11
3

Ο αρχιτέκτονας και αρχισυντάκτης του greekarchitects.gr, Μανώλης Οικονόμου, στην εκτενή έρευνά του με τίτλο Οδοιπορικό στη Βίλα Ιόλα, μας δίνει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με την πολύπλοκη αρχιτεκτονική ιστορία του οικήματος: «Ξεκίνησε να κτίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και διαμορφώθηκε σε τρεις φάσεις, με την τελευταία να είναι η κατασκευή του ορόφου το 1971-1972. Αρχιτέκτονας της βίλας είναι ο Γεώργιος Μουσούρης με σπουδές στην Αμερική όπως μας αναφέρει ο γιος του. Τα επίσημα σχέδια δεν φέρουν την υπογραφή του διότι δεν είχε αναγνωρίσει το αμερικανικό πτυχίο του. Έτσι τα σχέδια υπογράφτηκαν από τον μηχανικό Μ. Καραντινό. Τα προηγούμενα αναιρούν όλες τις αντικρουόμενες πληροφορίες σχετικά με την αρχιτεκτονική μελέτη της βίλας. Συχνά αναφέρεται ότι είναι ο Πικιώνης σε συνεργασία με τον Τσαρούχη. Στην αμφιλεγόμενη βιογραφία τού Α. Ιόλα, τού Ν. Σταθούλη, γίνεται αναφορά στον Πικιώνη χωρίς όμως περισσότερες λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο αντικείμενο που διαπραγματευόταν».

Η βίλα του Ιόλα βρίσκεται σε ένα κτήμα επτά στρεμμάτων, εμφανώς εγκαταλελειμμένο με πλούσια βλάστηση. Φθάνοντας στην είσοδό της, η περιέργειά μου γρήγορα αντικαταστάθηκε από θλίψη και οργή. Κατευθυνόμενη στο εσωτερικό της βίλας βρέθηκα σε ένα καταπράσινο χώρο με σπασμένα βάθρα και κίονες, μια βανδαλισμένη εκδοχή του «κήπου με τα αγάλματα». Εκεί αντίκρισα και τα πρώτα γκραφίτι και γραμμένη με σπρέι τη λέξη «αίσχος», την οποία και συναντάμε διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του κατεστραμμένου οικήματος. Το σπίτι του Ιόλα -κούφιο, βανδαλισμένο και απογυμνωμένο- έχει μετατραπεί πλέον σε ένα θλιβερό μνημείο που δεν θυμίζει σε τίποτα το ένδοξο και βαρυσήμαντο παρελθόν του. Είναι ευρέως γνωστό ότι λίγο πριν από το θάνατό του, η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε να δεχθεί την πλούσια συλλογή έργων που θέλησε να παραχωρήσει ο Ιόλας στο κράτος ενώ αρκετοί από τους εντυπωσιακούς πίνακες και τα γλυπτά που κοσμούσαν την έπαυλή του, πλέον αγνοούνται.

Σήμερα, μικρό μέρος της συλλογής του Ιόλα βρίσκεται στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που του θύμιζε τη γενέτειρα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Η συλλογή των 47 έργων που εκείνος δώρισε στο Μουσείο αποτέλεσε και τον πυρήνα, για την απαρχή της λειτουργίας του. Το ∆ιοικητικό Συμβούλιο, μάλιστα, τον τιμά δίνοντας το όνομά του στην τριώροφη πτέρυγα του Μ.Μ.Σ.Τ. και αφιερώνοντάς του τον κατάλογο της μόνιμης συλλογής του.

Ανασύρθει στις 27/5/2020 από https://popaganda.gr/stories/bikame-stin-vila-tou-alexandrou-iola/

Ο Ιόλας ξανά στο βάθρο του – Παρή Σπίνου, efsyn.gr 28/9/2018

https://www.efsyn.gr/tehnes/art-nea/166107_o-iolas-xana-sto-bathro-toy

ρεπορτάζ από τη συνέντευξη τύπου στη βίλα Ιόλα με αφορμή την έκθεση «Αλέξανδρος Ιόλας. Η κληρονομιά», η νέα μεγάλη παραγωγή του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης

Αγνώριστη η λεηλατημένη βίλα του Αλέξανδρου Ιόλα στην Αγία Παρασκευή, κάθε σπιθαμή από τα ολόλευκα μάρμαρά της είναι καλυμμένη με πολύχρωμα γκράφιτι, ακόμα και το τεράστιο -επίσης μαρμάρινο- ορθογώνιο τραπέζι όπου ο εκκεντρικός συλλέκτης και γκαλερίστας δεξιωνόταν διασημότητες όπως ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ και η Παλόμα Πικάσο. Χθες όμως το μεσημέρι, το ίδιο τραπέζι ήταν γεμάτο με κρασιά, τυριά και σταφύλια για μια συνέντευξη Τύπου, που έμοιαζε με πνευματικό συμπόσιο, με πολλές αναμνήσεις, συγκίνηση, αλλά και καλές ειδήσεις.

«Ενα όραμα αρχίζει να γίνεται πραγματικότητα», είπε ο δήμαρχος Αγίας Παρασκευής Γιάννης Σταθόπουλος. «Ο Αλέξης Χαρίτσης, όταν ήταν υφυπουργός Οικονομίας, μας εξασφάλισε 2,5 εκατομμύρια ευρώ μέσω ΕΣΠΑ για την ανάπλαση της βίλας. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2019 θα έχουμε έτοιμη τη μελέτη της ανάπλασης και το 2020 θα δημοπρατηθεί το έργο». Ο χώρος ήδη ανοίγει για το κοινό με εκδηλώσεις «μέχρι να γίνει ίδρυμα, μουσείο και χώρος πολιτισμού, με έργα σύγχρονης τέχνης αλλά και με προσωπικά αντικείμενα του Ιόλα».
Γι’ αυτή τη συνάντηση, αφορμή είναι η έκθεση «Αλέξανδρος Ιόλας. Η κληρονομιά», η νέα μεγάλη παραγωγή του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, με 90 έργα της συλλογής του (υπάρχουν υπογραφές των Αντι Γουόρχολ, Ντε Κίρικο, Ντένις Οπενχαϊμ, Μαν Ρέι, Νίκι ντε Σεν Φαλ, Μαγκρίτ, Τάκι κ.ά.), που εγκαινιάζεται το Σάββατο 6 Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο των Δημητρίων 2018.

Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιόλα, η έκθεση θα αναδείξει μέσα από πλούσιο οπτικό, ερευνητικό και αρχειακό υλικό και με παράλληλες εκδηλώσεις τον αντισυμβατικό, πολύγλωσσο, κοσμοπολίτη της ελληνικής διασποράς, τον λάτρη των πολιτισμών του κόσμου -από την αρχαιότητα και την αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη τέχνη-, τον επιδραστικό συλλέκτη και γκαλερίστα με την «ειδική όσφρηση», όπως είπε η πρόεδρος του ΜΜΣΤ Ξανθίππη Χόιπελ.
Ο διορατικός Ιόλας, πάντα μπροστά από την εποχή του, είχε χτίσει τον μύθο του στην Αμερική, όμως άρχισε να κλονίζεται από το βάθρο του όταν επέστρεψε στην Ελλάδα και έχτισε την υπερπολυτελή βίλα του στην Αγία Παρασκευή, ζώντας μέσα στη χλιδή. Ο κίτρινος Τύπος στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τον «χτυπούσε ανελέητα» για τον «έκλυτο βίο» του, επηρεάζοντας αρνητικά τη Μελίνα Μερκούρη, τότε υπουργό Πολιτισμού, με αποτέλεσμα εκείνη να αρνηθεί τη δωρεά προς το Δημόσιο της αμύθητης συλλογής Ιόλα.

Τουλάχιστον, ένα μικρό μέρος της συλλογής του δεν χάθηκε, αλλά αποτέλεσε την πρώτη, πολύτιμη μαγιά για την ίδρυση του Μακεδονικού Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο μετεξελίχθηκε στο Μακεδονικό Μουσείο. Ηταν το πρώτο μουσείο σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα και μαζί «η πρώτη συλλογική ανανεωτική προσπάθεια και συμβολή στην αναθεώρηση της πολιτισμικής και καλλιτεχνικής σύγχρονης Ιστορίας», τόνισε η Θούλη Μισιρλόγλου, διευθύντρια του ΜΜΣΤ.
Η γκαλερίστα Μάρω Λάγια, από την ομάδα που πρωτοστάτησε στο εγχείρημα, είχε πολλά να θυμηθεί: «Οταν έγινε ο μεγάλος σεισμός του 1978 στη Θεσσαλονίκη πήρα τηλέφωνο τον Ιόλα και του λέω, «Εδώ έχουν γίνει καταστροφές σε κτίρια, μνημεία, δεν κάνουμε κάτι, ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;». Ενθουσιάστηκε. «Κέντρο» μού λέει, «η λέξη μουσείο δεν μου αρέσει». Το 1981 πάλι, ήμουν στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή και έβλεπα τη φριχτή αδελφούλα του να τραβάει το χαλί του καθιστικού. «Σαν τα σκυλιά…», ήταν το σχόλιο του Ιόλα. Από τότε το σπίτι του άρχισε να αδειάζει, έλειπαν πίνακες του Πικάσο, του Ερνστ…».

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του ήταν τραγικά μόνος. Ακουγε συνέχεια τον «Αλήτη» που τραγουδούσε η Βικυ Μοσχολιού και έλεγε «Αυτή είναι η ζωή μου»», είπε ο βιογράφος του Νίκος Σταθούλης.

«Ο Ιόλας μάς ενδιαφέρει σήμερα για την περιπέτεια, την τόλμη, το παιχνίδι, την απόλαυση μέσα στην τέχνη. Ζωή και τέχνη ήταν γι’ αυτόν ένα», συνέχισε η Θ. Μισιρλόγλου, ενώ η Ξ. Χόιπελ κατέληξε: «Θα προσπαθήσουμε να μείνει στην Ιστορία ως ένας μεγάλος πνευματικός άνθρωπος που θέλησε να βοηθήσει την πατρίδα του, αλλά αυτή δεν το κατάλαβε».

Iolas – Tsoclis Costas, 1996

ID: 1986.036IN.0989

Artist: Tsoclis Costas, (1930 – )
Title: Iolas
Dated: 1996

Description: A “portrait” of Alexandros Iolas made by Tsoclis.The use of video techniques has enabled Costas Tsoclis to animate his subjects in an extreme effort to introduce the dimension of time into something static, to subject his work to a law that governs all the creatures on this planet: that of constant change. His video-installations are directly related to their specific subject or to the place where they are presented, and so there is always a close connection between the moving image and the plastic or painted elements.

Dimensions: 220 x 166 cm

Kαλλιτέχνης: Τσόκλης Κώστας, (1930 – )
Τίτλος: Ιόλας
Ημερομηνία: 1996

Περιφραφή: Μία “προσωπογραφία” του Αλέξανδρου Ιόλα. Η χρήση του video έδωσε στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να κινήσει τα θέματά του. Αποτέλεσε μια ακραία προσπάθεια να εισαγάγει το χρόνο σε κάτι στατικό, να υποβάλλει το έργο του στους νόμους που διέπουν όλα τα δημιουργήματα του πλανήτη: εκείνον της διαρκούς αλλαγής, Οι βιντεο-εγκαταστάσεις του έχουν άμεση σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ή τον τόπο του όπου παρουσιάζονται και γι αυτό υπάρχει πάντα στενή σύνδεση μεταξύ της κινούμενης εικόνας και των λοιπών πλαστικών/ ζωγραφικών στοιχείων.

Διαστάσεις: 220 x 166 εκ

all rights reserved from MMCA | ©2012 | for DCA Project EU

Tsoclis Costas – Iolas from mmca europeana on Vimeo.