«Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού», του Χρήστου Παρίδη – lifo.gr, 08/06/2020

Οι σημαντικότερες στιγμές της αμφιλεγόμενης και συνάμα επιδραστικής προσωπικότητας που πέθανε σαν σήμερα, το 1987.

Έχουν περάσει 33 χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα, ενός ανθρώπου που πέρασε από την ελληνική δημόσια ζωή, προκαλώντας τρομερή χλαπαταγή, απορρίφθηκε από την κυρίαρχη λογική, μυθοποιήθηκε από κάποιους, λαβώθηκε ανεπανόρθωτα από τον Τύπο, αγνοήθηκε από την πολιτεία κι έφυγε βαθιά απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του.

Μια σημαντική προσωπικότητα της διεθνούς εικαστικής σκηνής που επηρέασε και εν μέρει καθόρισε τη σύγχρονη τέχνη και που οφείλαμε να του αποδώσουμε ανάλογες τιμές. Αντ’ αυτού, πολεμήθηκε λυσσαλέα.

Αλεξανδρινός, άφησε στα δεκαοκτώ του, το 1926, την οικογένειά του, παίρνοντας μαζί του δέκα χρυσές λύρες, τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), μια υπέρμετρη φιλοδοξία και όνειρα μεγαλείου.

Τι ήθελε να γίνει δεν ήξερε πραγματικά: πιανίστας ίσως ή χορευτής. Η δεσποτική του γιαγιά τού είχε πει: «Πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ποτέ στην Ελλάδα». Το ένστικτό της για την πατρίδα θα επαληθευόταν οικτρά μισό αιώνα αργότερα. Όμως, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήθελε ν’ αποδράσει και ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν.

Μερικοί τίτλοι των εφημερίδων, ήταν: «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία». Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος.

Οι απόπειρες του πατέρα του να τον φέρει πίσω και να γίνει βαμβακέμπορος δεν καρποφόρησαν. Η ζωή στην Αθήνα είχε μια γοητευτική ελευθερία. Άλλωστε ανήκε ήδη, ως προστατευόμενος, σε έναν κύκλο ξεχωριστό. Συναναστρεφόταν την Κοτοπούλη, ο Σικελιανός τον προετοίμαζε για τις Δελφικές Γιορτές και η Νέλλη Σεραϊδάρη τον φωτογράφιζε να χορεύει στον Παρθενώνα.

Αλλά σύντομα θ’ αποδρούσε ακόμα πιο μακριά. Έτσι βρέθηκε, εν έτει 1929, στο Βερολίνο, αυτήν τη φορά με μια επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον σκηνογράφο της όπερας Πάνο Αραβαντινό.

Eκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου.

Η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε νέο φευγιό για το Παρίσι, το οποίο θεωρούνταν διεθνές κέντρο του χορού. Εκεί συνδέθηκε με τον Πωλ Βαλερύ, ο οποίος τον επηρέασε καθοριστικά στον τρόπο σκέψης του, αλλά και με τον Αντρέ Μπρετόν, τον θεωρητικό του σουρεαλισμού. Αναπόφευκτα ήρθε σε επαφή με την τέχνη και τον μοντερνισμό.

Μια μέρα του 1931, περνώντας έξω από μια γκαλερί, έμεινε ενεός μπροστά σε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο. Μπήκε μέσα, τον καπάρωσε και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να τον ξεπληρώσει. Μαζί κέρδισε και τη φιλία του ελληνοτραφούς Ιταλού ζωγράφου, με τον οποίο εντρύφησε στον κόσμο του πνεύματος.

Έτσι, άρχισε να γνωρίζει τους πάντες. Τον Ραούλ Ντιφί, που του έκανε το πορτρέτο, τον Κοκτώ, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μαν Ρέι και τον Μαξ Ερνστ.

Eκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου.

Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα. Έστησαν ένα μπαλέτο κι έφυγαν για περιοδεία στη Βραζιλία. Έμειναν μαζί μέχρι το 1943 και λίγο μετά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον χορό.

Με τη βοήθεια της φίλης του δούκισσας Μαρία ντε Γκραμόν άνοιξε το 1946 την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε ατομικές εκθέσεις του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαξ Ερνστ, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση.

Το 1952 «ανακάλυψε» τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη έκθεση, μια σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε. Από εκεί και μετά η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική.

Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, ξεκινώντας με τη Γενεύη το 1963. Ακολούθησαν Παρίσι, Λονδίνο, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βυρηττός. Ζει μυθιστορηματικά, ασκώντας τεράστια επιρροή στη σύγχρονη τέχνη. Ο ζωγράφος Γιώργος Λαζόγκας εξηγεί: «Τη δεκαετία του ’60 δημιουργείται μια γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ και ο Ιόλας σ’ αυτό το άνοιγμα πρωταγωνίστησε σε παγκόσμια κλίμακα».

Όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασε ποτέ ούτε την οικογένειά του ούτε την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι το περνούσε εδώ. Γύρω στο 1950, τον καιρό που συνεργαζόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει τον Τσαρούχη στο εξωτερικό, γνωρίστηκε με τον Πικιώνη και του ανέθεσε να του κτίσει ένα σπίτι σε μια τοποθεσία που είχε εντοπίσει ανάμεσα σε αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή.

Στην αρχή δεν ήταν παρά μια κάμαρα κι ένας χώρος για να στεγάσει κάποια έργα που έφερε μαζί του. Σταδιακά, το σπίτι μεγάλωνε για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη τη συλλογή.

Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα.

Για κάθε νέα άφιξη ορθωνόταν κι ένα νέο τμήμα, μέχρις ότου αναδύθηκε ένα ανάκτορο που στέγαζε μια εκπληκτική συλλογή, που όμοιά της δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Ένα μοναδικό πάντρεμα αρχαίων ελληνικών, κυκλαδικών, βαβυλωνιακών αντικειμένων, ρωμαϊκών κολονών, βυζαντινών εικόνωνκαι έργα των ιδιοφυέστερων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα.

Συχνά φιλοξενούσε ινκόγκνιτο σημαντικές προσωπικότητες, ενώ ήταν σαφές ότι εκεί σκόπευε να εγκατασταθεί στα γεράματά του. Απέναντι από το δικό του έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ – με την πρώτη είχε παθολογική σχέση.

Aρχές του ’70 ξεκίνησε συνεργασία με τη γκαλερί Ζουμπουλάκη. Στην ελληνική κοινωνία ήταν γνωστός σ’ έναν μικρό κύκλο καλλιτεχνών κυρίως. Είχε προβάλει ήδη διεθνώς τη δουλειά του Τσόκλη, του Παύλου, του Ακριθάκη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του γλύπτη που θεωρούσε τον σημαντικότερο της εποχής του, τον Τάκι.

Ήξερε πολύ καλά τη Μελίνα και τον Κακογιάννη, είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή. Δεν έκρυβε καθόλου ότι ήταν ομοφυλόφιλος -το αντίθετο, μάλιστα- και διατεινόταν ότι οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι εραστές του κόσμου!

Με μερικούς συνδέθηκε ιδιαιτέρως, παίρνοντάς τους μαζί του στα ταξίδια του στις μεγάλες μητροπόλεις και στα μεγάλα πάρτι της διεθνούς αριστοκρατίας.

Η ελληνική κοινωνία, συντηρητική κι εσωστρεφής, δεν γνώριζε την ύπαρξή του και σε όσους είχαν ακούσει κάτι όλα αυτά φάνταζαν εξωφρενικά κι εξωτικά. Άρχισε να γίνεται γνωστός όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να προβάλλει στον «Ταχυδρόμο», στις περίφημες σελίδες του Ίακχου, τα πάρτι του. Από τον πρώτο κιόλας καιρό έγινε απίστευτο σούσουρο.

Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο.

Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο. Μύθοι άρχισαν να διαχέονται στην πόλη για πάρτι ανήκουστης ξετσιπωσιάς, με διασημότητες του πλούτου και του θεάματος να ζουν νύχτες ακολασίας.

Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981 και η Μελίνα έγινε «εφ’ όρου ζωής» υπουργός Πολιτισμού. Δυο χρόνια μετά ο Ιόλας παραχώρησε στην Όλγα Μπακομάρου μια συνέντευξη-ποταμό για τη «Γυναίκα». Και από κει άρχισε η μεγάλη κατρακύλα. Μίλησε με την έπαρση ενός αριστοκράτη και την υπεροψία ενός ηγεμόνα, απαξιωτικά για όλους και όλα.

Με πόζα σχεδόν θεατρική αποκαθήλωσε ολόκληρη την ελληνική κουλτούρα. Από τον Τσαρούχη, με τον οποίο εν τω μεταξύ είχε έρθει σε ρήξη, μέχρι τον Κουν και την ίδια τη Μελίνα. Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα, αλλά και απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή, ήταν περιπαικτικός. Ολοκλήρωσε την πολιτική του θέση, λέγοντας το αμίμητο «Η φτερού να μας κυβερνήσει»!

Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με το «ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του, ήταν γελοίος», όπως και με άλλες παραβολές του. Το χιούμορ του και ο κοσμοσπολιτισμός του, αντί να τους διασκεδάσει, τους εξαγρίωσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους πολυπήγαινε αυτή η παρδαλή περσόνα. Γι’ αυτούς δεν ήταν ούτε μαικήνας, ούτε εμπνευστής μεγάλης τέχνης.

Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Στην φωτογραφία ένα από τα εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.
Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.

Ήταν μια «κραγμένη», κάποιος που τον τοποθετούσαν στον απόπατο του βολεμένου συστήματος αξιών τους. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που πυροδότησε την απόλυτη εξόντωσή του.

Η τραβεστί με το ψευδώνυμο Μαρία Κάλλας, ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος που, έχοντας εργαστεί δίπλα στον Ιόλα, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, επειδή τον έδιωξε. Τον κατηγορούσε για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών.

Με πρώτη και καλύτερη την «Αυριανή», την εφημερίδα που εξέφραζε εκείνη την εποχή τον πιο φαύλο και φασίζοντα λαϊκισμό, ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον του Ιόλα με τους πλέον χυδαίους χαρακτηρισμούς.

Για χρόνια δεν περνούσε εβδομάδα που να μην ασχοληθεί μαζί του. Ίσως με κύριο στόχο τον Καραμανλή, καθώς ανάλογο πόλεμο είχε κηρύξει και στον άλλο του φίλο, τον Μάνο Χατζιδάκι. Την ακολούθησε σχεδόν ολόκληρος ο ελληνικός Τύπος, με τη συνδρομή δημοσιογράφων της προοδευτικής, κυρίως, παράταξης.

Μερικοί τίτλοι ήταν «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία».

Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, που το είχε αναγάγει σε προσωπική βεντέτα, ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, και ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος. Ο Ιόλας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, έδινε όλο και περισσότερη τροφή με όλο και πιο κραυγαλέες εμφανίσεις και δηλώσεις.

Ο διασυρμός αυτός έμελλε να τον αποδιοργανώσει κι εν τέλει να τον καταστρέψει. Οι Έλληνες καλλιτέχνες σταμάτησαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι κοινωνικές επαφές περιορίστηκαν, άρχισε να έχει οικονομικό πρόβλημα. Είχε επίσης χαρίσει τις γκαλερί στους εραστές του, που τις διηύθυναν.

Η φίλη του Μελίνα αρνήθηκε να τον στηρίξει, αδιαφορώντας για την πρόθεσή του να κάνει δωρεά τη συλλογή του μαζί με το σπίτι του στο ελληνικό κράτος. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη «Ζουμπουλάκη» στην πλατεία Κολωνακίου, κάποιοι που καθόντουσαν στη διπλανή καφετέρια άρχισαν να τον κράζουν «να τη, η γριά τσατσά». Αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για εβδομάδες.

Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.
Εντυπωσιακά δημοσιεύματα στον ξένο τύπο.

Όλα αυτά την ίδια εποχή, πάνω κάτω, που η γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν με αφορμή τη μεγάλη έκθεση της συλλογής της Ντομινίκ ντε Μενίλ, της οποίας ήταν δημιουργός. Ο ίδιος ο Ιόλας ξενάγησε στα εγκαίνια τον Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ.

Στη Θεσσαλονίκη, μια παρέα φωτισμένων φιλότεχνων, με προεξάρχουσα τη στενή του φίλη Μάρω Λάγια, προσπαθούσαν να βρουν χώρο να στεγάσουν το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, όπου θα τοποθετούσαν έργα τέχνης που θα τους δώριζε ο Ιόλας.

Η Μάρω Λάγια θυμάται: «Πήγαμε να βρούμε τον Καραμανλή σε μια δεξίωση και όταν του είπα “κύριε Πρόεδρε, ο Ιόλας θέλει να μας χαρίσει μια συλλογή του και δεν έχουμε χώρο”, εκείνος μου απάντησε στον ενικό “και τι θέλεις από μένα; Αν αυτός σου δώσει, κάτι εμένα να μου περάσεις χαλκά στη μύτη” κι έκανε και την κίνηση στη μύτη».

Τέτοιες συμπεριφορές δεν απέτρεψαν ούτε εκείνη ούτε την Κατερίνα ή τον Πέτρο Καμάρα, τον Γιάννη Μπουτάρη, το Γιώργο Λαζόγκα και τους υπόλοιπους απ’ το να κυνηγήσουν τον στόχο τους.

Τελικά, βρέθηκε ο Γιώργος Φιλίππου της Φίλκεραμ-Τζόνσον, ο οποίος τους παραχώρησε χίλια τετραγωνικά μέσα στο εργοστάσιό του κι έτσι ο Ιόλας πείστηκε να παραχωρήσει 48 έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως οι Τινγκελί, Νίκι ντε Σεν-Φαλ, Ρεϋνώ, Ράις, Μπράουνερ, Τάκι, Τσόκλη, Ακριθάκη και πολλοί άλλοι.

Τα εγκαίνια εντάχθηκαν στα Δημήτρια του 1984 και η Κατερίνα Καμάρα θυμάται ότι «ο πασοκικός δήμαρχος Μιχάλης Παπαδόπουλος ήθελε να βγάλουμε το όνομα του Ιόλα από την πρόσκληση τη στιγμή που ανοίγαμε έκθεση με τη συλλογή που μας είχε παραχωρήσει! Τέτοιος λαϊκισμός! Τελικά, κάναμε διπλές προσκλήσεις».

Στο Μακεδονικό Μουσείο σήμερα βρίσκεται το μόνο τμήμα της συλλογής Ιόλα που πρόλαβε να σωθεί στην Ελλάδα. Η Μάρω Λάγια, πάντως, λέει ότι όταν ο Ιόλας επέστρεψε από μια σοβαρή εγχείρηση καρδιάς που έκανε στην Αμερική και βρέθηκε μαζί του στην Αγία Παρασκευή, είδε τα περισσότερα δωμάτια άδεια.

«Η συλλογή χάθηκε πριν από τον θάνατό του. Η αδελφή του είχε προλάβει και είχε στείλει έξω ένα μεγάλο μέρος. Βλέποντας τους άδειους χώρους, μου είπε “παιδί μου, η σύγχρονη τέχνη πάει μπροστά, θα πάρουμε καινούργια”. Αλλά ούτε εμάς μας ήθελε η Νίκη. Προσπαθούσε να αποτρέψει τη δωρεά».

Με τη Νίκη Στάιφελ είχε μια σχεδόν αρρωστημένη σχέση. Ενώ λάτρευαν ο ένας τον άλλον, καθημερινά βίωναν δραματικές συγκρούσεις. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, αλλά ούτε και να πει κάτι εναντίον της στον ίδιο.

Η γκαλερίστα Ελισάβετ Λύρα, η οποία σχετιζόταν από παιδί, λόγω του συλλέκτη πατέρα της, με τον Ιόλα, λέει «πάντως, μην ξεχνάμε ότι η Νίκη τον βοήθησε και με τους γάμους της… Αλλά τι συζητάμε τώρα, ο Ιόλας ήταν bigger than life. Εγώ του χρωστάω τα πάντα. Αισθανόταν την τέχνη εκατό φορές περισσότερο από όλους μας. Ξέρεις πόσο σημαντικός άντρας ήταν ο Ιόλας; Όταν οργάνωσα στο Βυζαντινό Μουσείο την έκθεση “Warhol Icon”, εντόπισα μια συνέντευξη στο “Flash Art”, όταν ετοίμαζαν οι δυο τους τον “Μυστικό Δείπνο” στο Μιλάνο. Ρωτάει ο δημοσιογράφος τον Γουόρχολ “Γιατί επιλέξατε να ζωγραφίσετε τον Μυστικό Δείπνο;” και απαντάει “Γιατί ο Ιόλας μου είπε να το κάνω”. Λίγο καιρό μετά πέθαναν και οι δυο».

Κατά τη Μανίτα Χατζηφωτίου, σύμβουλο έργων τέχνης, «μετά τον θάνατό του, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, εδώ και στο εξωτερικό, έμειναν στάσιμοι, σταμάτησαν να έχουν έμπνευση. Ενώ, σ’ ό,τι έβαζε εκείνος το χέρι του, γινόταν χρυσό». Η ίδια φωτίζει μια άλλη πτυχή.

«Ήθελε να βάλει ένα παιδάκι στο Κολέγιο Αθηνών με την προϋπόθεση να δεχτούν κάποια έργα δωρεά. Κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου έδωσε μάχη, ώστε να μη δεχτούν».

Η εγκαταλελημμένη βίλα Ιόλα. Οταν ο Ιόλας μεταφέρθηκε ως ασθενής στη Νέα Υόρκη οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια.
Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά.

Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Ιόλας έδωσε το παρών στον13ο τακτικό ανακριτή για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Οκτώ χοντρόδετα ντοσιέ αποδείκνυαν την προέλευση όλων των αντικειμένων. Ο ανακριτής τον διαβεβαίωσε ότι θεωρούσε την υπόθεση λήξασα και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το όνομά του στον Τύπο. Ουσιαστικά, ήταν σαν να είχε επαναπατρίσει 2.500 αρχαία.

Ο Λαζόγκας προσθέτει επ’ αυτού: «Δεν βρήκαμε καμία συμπαράσταση από κανέναν δημοσιογράφο. Ο “αυριανισμός” είχε τρομερή δύναμη. Η Ελλάδα αδυνατούσε ακόμα να αντιληφθεί τα ανοίγματα της σκέψης και της αισθητικής, έτσι ώστε η παρέμβαση του Ιόλα να αποδώσει.

Ο χώρος της τέχνης, που εγώ τον τοποθετώ πριν και μετά τον Ιόλα, έχασε πολλά εξαιτίας της κακής αντιμετώπισής του. Γιατί ήταν μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και βαθύτατος γνώστης της τέχνης, με παγκόσμια εμβέλεια».

Ο Ιόλας μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη ως ασθενής με AIDS. Η Νίκη διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια. Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά. Άνθρωποι της αυλής του και η Νίκη τραβούσαν από τα χέρια ο ένας του άλλου χαλιά, ρούχα, έπιπλα Αναφέρθηκαν διαρρήξεις. Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν.

Τα αρχαία φυγαδεύονταν στο απέναντι σπίτι και κούτες έφευγαν ως οικοσκευή με προορισμό την κόρη της Σύλβια ντε Κουέβας στην Αμερική. Φυσικά, προτού τεθεί θέμα φόρου κληρονομιάς. Κάποιες κατασχέθηκαν στην αποθήκη της μεταφορικής εταιρείας.

Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν.

Ο Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1987. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει. Τι απέγιναν τα 10.000 έργα τέχνης; Σε ποιων τα χέρια κατέληξαν; Η πολιτεία, βέβαια, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει τη δωρεά. Η χώρα που είχε λατρέψει και στην οποία δώριζε τη συλλογή-έργο ζωής του για να δημιουργηθεί ένα κέντρο τέχνης είχε σχεδόν εκδικητικά αρνηθεί να πραγματοποιήσει το όραμά του.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο LIFO.gr το 2012. 

Ανασύρθηκε από https://m.lifo.gr/articles/portreta_articles/195970/aleksandros-iolas-to-eksexon-thirama-toy-ayrianismoy?fbclid=IwAR0O7CKh5iXr-VwB6ef9a6CYCnpMRjz5TRoGAyqWa8U6Qcip9KyuAvHnep0, τελευταία πρόσβαση στις 20/09/2020

«Eγώ, ο Ιόλας». Aπό τον Κωστή Παπαγιώργη – lifo.gr, 20/06/2012

Η μυθιστορηματική ζωή του Έλληνα συλλέκτη από την Αθήνα στις μητροπόλεις του κόσμου και από την παγκόσμια καταξίωση στην «εγχώρια» διαπόμπευση.

Lester, Iolas and Catherine Guinness, 29 Mαρτίου 1979. Φωτ.: Andy Warhol

Το καλοκαίρι του 1940 ένας Ιταλός φίλος του μετέπειτα Έλληνα συλλέκτη τον πήγε στο κτήμα του Ρούσβελτ, του Προέδρου της Αμερικής, διότι η εγγονή του Θεοδώρα ήθελε να γίνει χορεύτρια. Ο Ιόλας έζησε έναν έρωτα μαζί της, τη συναναστράφηκε μερικά χρόνια, την αρραβωνιάστηκε, αλλά όταν άρχισαν οι αντιδράσεις του προεδρικού κύκλου, για να αποφύγουν το σκάνδαλο, οι δύο νέοι χώρισαν. Πάντως, στην εγγονή όφειλε τον αναβαπτισμό του – από Κωνσταντίνος Κουτσούδης, γεννηθείς στην Αλεξάνδρεια, έγινε ο παγκοσμίως γνωστός Αλέξανδρος  Ιόλας. Η αλεξανδρινή του ρίζα και η μεγαλοαστική του καταγωγή προφανώς αποτέλεσαν ισχυρό παράγοντα για την κατοπινή του σταδιοδρομία.

Στην Αθήνα σπούδασε χορογραφία με τον Βάσο και την Τανάγρα Κανέλλου και, με τη βοήθεια του Δημήτρη Μητρόπουλου, πήγε στο Βερολίνο για σπουδές, όπου τελικά αναδείχτηκε σε πρώτο χορευτή στο Λυρικό Θέατρο του Σάλτσμπουργκ. Τότε ακριβώς άρχισε και η συλλεκτική του μανία για τη ζωγραφική, οι φιλίες με διάσημους καλλιτέχνες σαν τον Ντε Κίρικο, το άνοιγμα εκθέσεων σε μεγάλες πρωτεύουσες (Νέα Υόρκη, Παρίσι, Ρώμη, Βερολίνο, Γενεύη, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βηρυτό) και, πάνω απ’ όλα, το θυελλώδες μεσουράνημα του φαινομένου «Ιόλας». Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει ο Νίκος Σταθούλης, επιστήθιος φίλος του συλλέκτη κι επιλεγμένος βιογράφος του. Η μορφή που έδωσε στο βιβλίο είναι, θα λέγαμε, μια μακροσκελής συνέντευξη τριακοσίων σελίδων, η οποία παρακολουθεί την πορεία του Ιόλα σε όλες τις φάσεις της ζωής του.

Ένα από τα ανεξήγητα της νεανικής ζωής του είναι, βέβαια, η εγκατάλειψη του χορού.

Ο ίδιος παρατηρεί: «Η ζωή με τους χορευτές είναι το χειρότερο πράγμα. Πολύ σπάνια έχουν ανατροφή. Έτσι, το 1944 χόρεψα για τελευταία φορά. Ως τότε ποτέ δεν είχα πάψει να αγοράζω έργα τέχνης, κοσμήματα, πίνακες, γούνες, ταπισερί. Μου άρεσαν πολύ τα παλιά πράγματα. Αλλά ένας πίνακας του Ντε Κίρικο με έκανε το 1931 να ανακαλύψω τη μοντέρνα τέχνη, αυτή που πήγαινε στον σουρεαλισμό, αυτή που λατρεύω». Ένας άνθρωπος που για να χαρακτηρίσει την Τζάκυ Ωνάση έλεγε πως «το πρόσωπό της παίρνει το χρώμα της φράσης που λέει» ασφαλώς δεν στερείται γούστου. Το βασικό ένστικτο του Ιόλα ήταν η εκρηκτική διασημότητα πάση θυσία, η παγκόσμια φήμη, η συναναστροφή θρύλων από κάθε κοινωνική ομάδα, το μεγάλο όνομα, η αίγλη με κοινωνικό αντίκρισμα, η φήμη και το κοσμικό αίνιγμα. Ζώντας πάντα μέσα σε ένα δίκτυο διαθρυλούμενων ατόμων, πολιτικών, καλλιτεχνών, ανθρώπων του πλούτου αλλά και των γραμμάτων, δεν δανειζόταν απλώς δόξα αλλά ανήκε δικαιωματικά σ’ έναν λαό «εκλεκτών» και αδιαφιλονίκητων σταρ. Χωρίς μικροψυχία, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο Ιόλας δεν ήταν δημιουργός, δεν «γεννούσε» κάτι, απεναντίας το ανακάλυπτε, του πρόσφερε προστασία και διασημότητα, το καθιστούσε παγκόσμια ανακοίνωση και φυσικά συνέδεε το όνομά του με τη συντροφιά των ζωγράφων. Εξάλλου, μπορεί να μη ζωγράφιζε, ωστόσο αντιμετώπιζε τον εαυτό του ως ένα είδος έργου τέχνης. Είχε μυθική γκαρνταρόμπα, συντηρούσε αμέτρητα κοστούμια, γούνες, υποκάμισα, με έκδηλη την πρόθεση να μην έχει ψεγάδι – όντας ο φύλακας άγγελος της γκαλερί που στέγαζε τον μύθο της ομορφιάς. Μπορεί, βέβαια, να δανειζόταν δόξα από δεύτερο χέρι, αλλά, προάγοντας τον εαυτό του σε κοινωνικό φαινόμενο, άφηνε να εννοηθεί ότι κάτι από Ιόλα υποκρύπτεται σε όλα. Ο ίδιος ήθελε να είναι -και ήταν ενίοτε- ένα ένσαρκο αριστούργημα. «Η τέχνη δεν έχει λόγια. Τα λόγια δεν έχουν καμιά σχέση με την τέχνη. Αυτό είναι το μυστικό της. Την αφήνεις να σε μαγέψει. Είναι λάθος να είσαι έξυπνος και να μιλάς με γνωματεύσεις. Όταν το κάνεις αυτό, απλά γίνεσαι βαρετός. Το να μιλάς για την τέχνη μου φαίνεται πως είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσει ένας καβγάς»!!!

Οι ιδιοφυείς νέοι της ελληνικής περιφέρειας -ο Ωνάσης κυρίως και ο Ζάπας- θαυμάστηκαν για το κερδοσκοπικό τους δαιμόνιο, με τη διαφορά ότι το δαιμόνιό τους αφορούσε τα λεφτά, μονάχα τα λεφτά, ενώ ο Ιόλας ήταν αποφασιστικά στραμμένος προς την τέχνη. Οι εφοπλιστές ήταν φορτηγατζήδες του πελάγους, αγόραζαν «μαούνες» και τις γέμιζαν δολάρια, αντίθετα ο Αλεξανδρινός είχε ανέβει άλλη κλίμακα.

Ήταν προστάτης της ομορφιάς, πράκτορας του καλού γούστου, οπότε, βασιλικά ντυμένος,πίστευε ότι σωζόταν κι αυτός μαζί με τις εκθέσεις του και τις συλλογές του. Άλλωστε, δενείναι τυχαίο ότι οι συλλογές του προέβαλλαν έργα ζωγραφικής και γλυπτικής, έργα, με άλλα λόγια, που τα βλέπει κανείς συνοδευόμενος από άλλους ή ακούγοντας τον σχολιασμό των ειδημόνων. Για να το πούμε απλά: ό,τι έκανε ο Ιόλας απαιτούσε συντροφιά, παρουσία μαρτύρων, κοινωνικότητα. Η απόλαυση των πινάκων θύμιζε πανάκριβο πάρτι, μάζωξη διασήμων, τρελό πανηγύρι κοσμικότητας. Με μια βόλτα σ’ ένα μοντέρνο μουσείο μαθαίνεις πάρα πολλά για τη μοντέρνα τέχνη. Αντίθετα, με τα βιβλία τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Γι’ αυτό δεν ήθελε να τον σταμπάρουν ως Έλληνα ή Αιγύπτιο – εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν το κέντρο του κόσμου. Τέτοια ήταν η Αλεξάνδρεια στις μέρες του. Ήταν το κέντρο του κόσμου. Απόλυτα ελληνική, είχε ελληνικά σχολεία, ελληνικά νοσοκομεία, ελληνικά γυμναστήρια, ελληνικές φυλακές, ελληνικά νεκροταφεία. Πώς να πιστέψει, λοιπόν, στις εθνότητες ο Ιόλας, άνθρωπος με 100 διαβατήρια; Διόλου παράξενο το γεγονός ότι υμνεί την παρουσία ατόμων σαν τον πρίγκιπα Φέλιξ Γιουσούποφ, τον άνθρωπο που ξεπάστρεψε τον διαβόητο Ρασπούτιν.

Γιατί διαλέξατε να επιστρέψετε στην Ελλάδα, Ιόλα;

– Γιατί οι Έλληνες είναι καταπληκτικοί εραστές. Κανένας εραστής στον κόσμο δεν τους

ξεπέρασε!»

Η ιδιομορφία, όσον αφορά τον έρωτα, δεν ήταν μια κρυφή πτυχή της ζωής του Ιόλα. Ο«ελληνικός έρως» διαπότιζε τη ζωή του, την ενέπνεε, δεν επρόκειτο μόνο για την περιβόητη «πουστιά», απεναντίας ήταν η ποίηση της ύπαρξής του, ο προσανατολισμός του στην ηδονή και τη χαρά. Μ’ έναν λόγο, άνευ της εμπλοκής του με τους άνδρες ο ίδιος δεν υπήρχε. Επιζητούσε την κοινωνική αποδοχή επιστρέφοντας στην Ελλάδα; Προφανώς ναι, ωστόσο πίστευε ότι «ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει μυστήριο». Η συνέντευξη που έδωσε στην Όλγα Μπακομάρου αποκαλύπτει τους φόβους του για την ντόπια κοινωνία και συνάμα την περιφρόνησή του για διάσημους και άσημους.

Τον εαυτό του τον λογάριαζε ως άτομο υπεράνω κριτικής, διότι ήταν ο υπερ-διάσημος Ιόλας, αυτος που ό,τι άγγιζε γινόταν χρυσάφι. Όταν τον ρωτούν για τα πολιτικά πράγματα, απαντά με αλαζονεία: «Η φτερού να μας κυβερνήσει».

Παραδόξως πώς, ό,τι στο εξωτερικό ήταν θαυμαστή ιδιότητα στο ελληναριό δεν πέρναγε. « Ήταν συναρπαστική η ζωή μου! Ήταν συναρπαστικό για μένα να γνωρίσω όλους αυτούς τους διάσημους καλλιτέχνες και να γίνω φίλος τους. Είχα τη χαρά να με τιμήσουν με τη φιλία τους. Να με βάλουν στον εσωτερικό τους χώρο. Δεν είναι λίγο αυτό…». Όντως δεν είναι, μόνο που ως νόμισμα που «κόπηκε» στο εξωτερικό, στην Ελλάδα της δραχμής δεν περνούσε.

Ο ίδιος δήλωνε ατόφιος Έλλην της διασποράς, αλλά δεν ανεχόταν καμιά ομοιότητα με τους Έλληνες που γνώρισε στο εξωτερικό.

«Για τον Φασιανό τι γνώμη έχετε;». «Αχά, Θεέ μου, μη με τυραννάτε! Απαίσιος είναι».

«Μα, εσείς τον βοηθήσατε να επιβληθεί…».

«Τον είδα φτωχό στο Παρίσι. Με πήγαινε σε κάτι ελληνικά εστιατόρια εκεί πέρα, μ’ άρεσε η ζωή που μου έδειχνε. Ασήμαντοι Ελληνες, μικρούληδες, φτωχούληδες, είχαν ενδιαφέρον για μένα. Τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους τους είχα γνωρίσει. Αυτό που έκανα για τον Φασιανό δεν το έκανα γιατί ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Το έκανα γιατί ήταν Έλληνας και για να του δώσω βοήθεια. Και με αυτό τι έγινε; Έγινε μεγάλος καλλιτέχνης ο Φασιανός; Μπόρεσα να τον κάνω μεγάλο εγώ; Χειρότερος έγινε…».

Με αυτό το κριτήριο αντιμετωπίζει ο Ιόλας τους πάντες: από τον Καραμανλή και τη Μελίνα ίσαμε τον Παπανδρέου και τον Τσαρούχη.

Γενικά, η επάνοδός του στην Αθήνα ήταν μεγάλη καταστροφή. Μιλάμε για την εποχή του

αυριανισμού, για την άνοδο του Ανδρέα, για τη μετα-χουντική Ελλάδα. Το παλάτι που έχτισε στην Αγία Παρασκευή για να στεγάσει όλα τα έργα των συλλογών του τάχιστα έγινε βίλα των οργίων. «Όλη η πολιτική, καλλιτεχνική και κοινωνική σαπίλα τραπεζωνόταν στο ανάκτορο του Ιόλα», έγραφαν οι εφημερίδες. «2.000 ντόπιες και ξένες προσωπικότητες μάζεψε ο ανώμαλος αρχαιοκάπηλος στο Γεύμα του Αιώνα» κ.λπ.

Βέβαια, αυτός ο Έλλην του εξωτερικού –που ήταν ένας από τους δέκα ιδρυτές του Κέντρου «Ζωρζ Πομπιντού»- είχε εγκαινιάσει το Μακεδονικό Κέντρο Σύχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, αλλά για τη βδελυρή δημοσιογραφία όλα αυτά έζεχναν κραιπάλη, ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία και παλιανθρωπιά. Ο εισαγγελέας θα κάνει αγωγή στον Αλέξανδρο Ιόλα για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, για ακολασία με νεαρούς άνδρες, για κερδοσκοπικά κίνητρα, παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων. Ο Ιόλας ξεσπούσε: «Τους πούστηδες, εμένα να καταντήσουν έτσι!»

Στις 8 Ιουνίου 1987, ο Ιόλας άφησε την τελευταία του πνοή στη Νέα Υόρκη, προσβεβλημένος από τον ιό του AIDS. H αδελφή του Νίκη Στάινφελ ζήτησε να καεί. Η τέφρα του έφτασε, λίγες μέρες μετά, κρυφά και ετάφη στο νεκροταφείο της Αγίας Παρασκευής, σε έναν τάφο που είχε παραχωρήσει ο δήμος για τους ευεργέτες. Στην κηδεία του δεν παρευρέθηκε κανείς. Είχε δώσει ρητή εντολή η αδελφή του «όποιος πλησιάσει το νεκροταφείο, να εκδιωχθεί».

Ανεσύρθει από https://m.lifo.gr/mag/features/3292, τελευταία πρόσβαση στις 21/09.2020

Διακοπές με τον Αλέξανδρο Ιόλα – αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 4/9/2012

Η βιογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα εκδόθηκε μόλις φέτος, 25 χρόνια από το θάνατό του (!), ακριβώς όπως ο ίδιος το είχε ζητήσει από το βιογράφο του, Νίκο Σταθούλη. Οι προσδοκίες για το βιβλίο ξεκινούν ήδη από εκεί. Τόσα χρόνια μετά το θάνατό του, περιμένει κανείς να αποκαλύψει ο βιογράφος του τουλάχιστον σημεία και τέρατα. Ιδιαίτερα αν λάβει κανείς υπόψην του το πώς έγινε η “πτώση” του Ιόλα. Για να μη σε κρατώ σε αγωνία, σημεία και τέρατα με την έννοια των μεγάλων αποκαλύψεων δεν υπάρχουν, αλλά όταν το υλικό που έχει κανείς στα χέρια του είναι τόσο εκρηκτικό, μόνο αδιάφορο δεν μπορεί να είναι αυτό το βιβλίο. Χρήματα, δόξα, ταλέντο, εκκεντρικότητες, σκάνδαλα- όλα τα στοιχεία που διασφαλίζουν ένα άκρως ενδιαφέρον ανάγνωσμα. Γόνος πλούσιας οικογένειας της Αλεξάνδρειας, ο Ιόλας σύντομα αναδείχθηκε σε κορυφαίο χορευτή. Στη συνέχεια στράφηκε στο χώρο της τέχνης ως έμπορος και συλλέκτης και κατέκτησε το παγκόσμιο στερέωμα (είδες τι απλό που ακούγεται;) Ο Νίκος Σταθούλης βρέθηκε σε νεαρή ηλικία κοντά του με αφορμή μια συνέντευξη. Και από εκείνη τη συνάντηση ο Ιόλας αποφάσισε ότι θα τον έχει δίπλα του ως βιογράφο. Στη διάρκεια αυτών των 4 ετών που έληξαν με το θάνατο του Ιόλα, συνέβησαν συνταρακτικά γεγονότα: η μεγάλη έκθεση Palazzo Stelline του Andy Warhol, τα σκάνδαλα της αρχαιοκαπηλίας και η παρακμή του Ιόλα. Μέσα από το βιβλίο, αντιλαμβάνεται κανείς γρήγορα ότι η ματιά δεν είναι ενός αποστασιοποιημένο βιογράφου αλλά ενός γοητευμένου αγοριού (ο οποιοσδήποτε θα ήταν) δίπλα σε έναν πανίσχυρο, εκκεντρικό και καλλιεργημένο μαικήνα της τέχνης. Η αίσθηση που μου έδωσε το βιβλίο είναι ότι πρόκειται περισσότερο για μια προσπάθεια του Σταθούλη να αποκαταστήσει την υστεροφημία του Ιόλα έστω και 25 χρόνια μετά και όχι τόσο να ρίξει φως στη ζωή του Ιόλα που να εξηγεί το πώς αυτός ο άνθρωπος έγινε τελικά αυτός που έγινε, όπως μας έχουν συνηθίσει οι τυπικές βιογραφίες. Ο Σταθούλης επιλέγει να μην παρουσιάσει μία αποστασιοποιημένη εικόνα του Ιόλα, αλλά να γνωρίσουμε τον άνθρωπο Ιόλα σε τόπο και χρόνο μέσα από τα μάτια του συγγραφέα, έτσι όπως τον έζησε ο ίδιος. Και αν και μου έλειψε μια προσέγγιση που να με βοηθήσει να καταλάβω πώς αυτός ο μεγάλος άνδρας έγινε αυτός που ήταν τελικά, έχει ενδιαφέρον να “ζεις” καταστάσεις μαζί με τον Ιόλα μέσα από τις αφηγήσεις του Σταθούλη. Το βιβλίο ξεκινά πολύ δυναμικά με το πρώτο κεφάλαιο να είναι η πολύκροτη συνέντευξη του Ιόλα στην Όλγα Μπακομάρου που ήταν καταλυτική για το μέλλον του Ιόλα στην Ελλάδα. Έτσι αποκτά κανείς από την αρχή εικόνα για την εκρηκτική και προκλητική εικόνα του Ιόλα. Οι ενότητες που ακολουθούν και καλύπτουν τη ζωή του Ιόλα από τη ζωή του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ακόμη, τη λαμπερή ζωή του στη συνέχεια έως και το τέλος του, δε θεωρώ ότι είναι εξίσου πετυχημένες. Μπερδεύονται από θεματικές σε χρονολογικές και τούμπαλιν, αλλά δεν είναι τόσο αυτό το πρόβλημα, όσο ότι πολλές φορές αισθάνθηκα πως οι τίτλοι μάλλον με αποπροσανατόλιζαν σε σχέση με το περιεχόμενο. Παρόλα αυτά, είναι απολαυστικός ο τρόπος που ακούς τον Ιόλα να μιλά όχι μόνο για τα μεγάλα και σημαντικά γεγονότα της ζωής του, αλλά και για θεματικές όπως η τέχνη, η οικογένεια, οι συνεργάτες, η ζωή η ίδια. Και ξέσπασε το σκάνδαλο της αρχαιοκαπηλίας. Είναι γεγονός ότι ο παγκόσμιος Ιόλας, που πάντα επέστρεφε στην Ελλάδα και προσπαθούσε να συμβάλλει στην ανάδειξή της και των καλλιτεχνών της, που ήταν τόσο σημαντικός παράγοντας στην ιστορία της παγκόσμιας σύγχρονης τέχνης, δέχτηκε ένα φοβερά βάναυσο πόλεμο από τα μέσα. Η σκληρότητα που αντιμετώπισε ίσως ήταν αποτέλεσμα της εκκεντρικής και προκλητικής του συμπεριφοράς που αν και στο παγκόσμιο στερέωμα ήταν γοητευτικό, στην Ελλάδα του ’80… όχι τόσο. Το βιβλίο παρουσιάζει, εκτός από μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά από φωτογραφικά ντοκουμέντα που παρουσιάζουν το διεθνή Ιόλα, το σκληρό πόλεμο των ελληνικών μέσων, ή καλύτερα το πώς τα μέσα κατακρεουργούν τον Ιόλα με αφορμή όχι μόνο την αρχαιοκαπηλία αλλά και με προεκτάσεις στην προσωπική του ζωή. Ένα καλό μάθημα για τη δύναμη των ΜΜΕ εκτός των άλλων. Επιστολή του Κώστα Γαβρά με την υπογραφή 400 διεθνών προσωπικοτήτων που απευθύνεται στη “συνείδηση των Ελλήνων” Τότε ήταν που ο Ιόλας άρχισε να καταβάλλεται από τον ιό του AIDS. Έτσι, τον ανέλαβε η αδερφή του Νίκη, με την οποία ο Ιόλας είχε μία ταραχώδη σχέση, και σύμφωνα με το Νίκο Σταθούλη τον απομόνωσε απόλυτα παρά τη θέλησή. Αυτό το γεγονός δεν ήταν μόνο καταστρεπτικό για τον Ιόλα, αλλά και επίπονο για το Σταθούλη καθώς δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τον βοηθήσει. Το βιβλίο κλείνει με ένα τελευταίο κεφάλαιο που μεταφέρει το θυμό και την πικρία που νιώθει ο βιογράφος για τον τρόπο που διαχειρίστηκε η Νίκη τον αδερφό της όταν αρρώστησε. Η ανακάλυψη του Warhol (!), η ανάδειξη τη ποπ-αρτ, ο Magritte, o Max Ernst, οι συναναστροφές του τόσο με τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης αλλά και με τους ισχυρότερους οικονομικά, η δωρέα που αποτέλεσε μαγιά για το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, οι 5 γκαλερί σε 5 ηπείρους που κάνουν το Larry Gagosian να μοιάζει σήμερα “γατάκι” μπροστά του… ναι, όλα αυτά που παρουσιάζονται στο βιβλίο, σε κάνουν στα αλήθεια να αναρωτιέσαι. Να αναρωτιέσαι πώς ένας τόσο σημαντικός άνθρωπος για τον παγκόσμιο κόσμο τέχνης, που έζησε, έδρασε στην Ελλάδα και πάντα επέστρεφε σε αυτήν, που δώρισε τμήματα συλλογών του σε Μουσεία, που προώθησε Έλληνες καλλιτέχνες στο εξωτερικό, μετά το θάνατό του έχει όχι μόνο ξεχαστεί, αλλά είναι μάλιστα σα να μην υπήρξε ποτέ. “Αλέξανδρος Ιόλας – η ζωή μου” από το Νίκο Σταθούλη, εκδόσεις Οδός Πανός – ΥΓ. Και αν αυτά σου τράβηξαν το ενδιαφέρον, εκτός από το βιβλίο, σου συστήνω και το ντοκιμαντέρ για τον Αλέξανδρο Ιόλα από την εκπομπή “Η Μηχανή του Χρόνου” που μπορείς να δεις εδώ

Ανασύρθει στις 28/5/2020 από http://jigiart.blogspot.com/2012/09/this-entry-was-posted-on-27-2012-in.html

Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 – Κατερίνα Λυμπεροπούλου, 6/5/2012, αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 7/5/2012

Η μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα μέσα από τα μάτια του εντεταλμένου βιογράφου του. Η άνοδος και η πτώση ενός μαικήνα της τέχνης
Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 Η μυθιστορηματική ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα μέσα από τα μάτια του εντεταλμένου βιογράφου του. Η άνοδος και η πτώση ενός μαικήνα της τέχνης.
Ο «ακόλαστος» που τα έβαλε με το κατεστημένο του ’80 Ο Αλέξανδρος Ιόλας (δεξιά) με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Σταύρο Ξαρχάκο, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τότε που οι βραδιές στην έπαυλη της Αγίας Παρασκευής άρχιζαν να αποκτούν μυθικές διαστάσεις «Ο,τι κι αν γίνει, να θυμάσαι ότι κρατάς στα χέρια σου ένα υλικό. Μη βιαστείς να το εκδώσεις. Βγάλε το 25 χρόνια μετά. Καλύτερα να μην εκδοθεί παρά να το αδικήσεις. Εχεις τον χρόνο μπροστά σου. Εγώ δεν έχω χρόνο». Ηταν 1987 όταν ο Αλέξανδρος Ιόλας, καταβεβλημένος από το AIDS, βρισκόταν κοντά στο τέλος της ζωής του. Ενα τέλος οικτρό, με την Ελλάδα του «αυριανισμού» να επιτίθεται σε μια προκλητική αλλά σε κάθε περίπτωση χαρισματική προσωπικότητα την οποία αδυνατούσε να κατανοήσει. Η προσωπικότητα αυτή, ωστόσο, είχε τη διορατικότητα να αντιληφθεί ότι ένα τέταρτο του αιώνα μετά, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Και την ώρα που σχεδόν όλοι τού είχαν γυρίσει την πλάτη – καθώς κατηγορούνταν για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών -, ο ίδιος τοποθέτησε την πιθανή «αποκατάστασή» του σε μια άλλη εποχή, ίσως πιο ώριμη, πιο ανεκτική. Ο βιογράφος του Νίκος Σταθούλης, δημοσιογράφος και σύμβουλος τέχνης, κράτησε την υπόσχεσή του: ακριβώς 25 χρόνια μετά τον θάνατο του μαικήνα της τέχνης, που έζησε τη ζωή ως το μεδούλι, ερωτεύθηκε, εξευτελίστηκε και βίωσε μια πτώση τόσο ιλιγγιώδη όσο και η άνοδός του, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός η βιογραφία του. Ο συνεργάτης του Ιόλα περιγράφει το συναρπαστικό ταξίδι της ζωής του επιχειρώντας να τοποθετήσει τον «μύθο» στο σωστό, κατά τη γνώμη του, κάδρο. Ακόμη και αν ο θαυμασμός του για τον βιογραφούμενο είναι υπερβολικός, γεγονός παραμένει ότι το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι, καθώς η ζωή του κοσμοπολίτη Ιόλα, ο οποίος στην ουσία έγινε γέφυρα του σουρεαλισμού στις ΗΠΑ αποκομίζοντας τεράστια κέρδη, υπήρξε άκρως μυθιστορηματική. «Η ζωή, παιδί μου, είναι σαν το θέατρο. Ολους μάς θέλει. Αλλοι είμαστε γεννημένοι πρωταγωνιστές, άλλοι είναι γεννημένοι για να είναι κομπάρσοι» είχε πει ο ίδιος στον Σταθούλη. Και ο Αλεξανδρινός με τις βαριές γούνες είχε γεννηθεί ηγέτης. Αλεξάνδρεια, Νέα Υόρκη, Αγία Παρασκευή Ενα βράδυ, σκαστός από το σπίτι, ο νεαρός γιος οικογένειας εμπόρων βαμβακιού της Αλεξάνδρειας είδε τη Μαρίκα Κοτοπούλη στη σκηνή: «Είδα το φως. Κατάλαβα ότι ήμουν γεννημένος για την τέχνη». Ετσι, με δέκα χρυσές λίρες και τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης – όπως ήταν το πραγματικό του όνομα – αφήνει το 1926, στα δεκαοχτώ του, την Αλεξάνδρεια για την Αθήνα και στη συνέχεια το Βερολίνο και γίνεται πρώτος χορευτής σε καλλιτεχνικά σχήματα της Ευρώπης. Στο Παρίσι θα συνδεθεί με τον Πολ Βαλερί αλλά και τον Αντρέ Μπρετόν, τον σουρεαλιστή «με τα τρελά, ωραία μαλλιά». Ο μοντερνισμός ακολουθεί: ο ελληνοτραφής Τζόρτζιο ντε Κίρικο τον μυεί στον κόσμο της τέχνης και σιγά-σιγά ο Ιόλας σχετίζεται με τους κορυφαίους: Κοκτό, Πικάσο, Μπρακ, Ερνστ… Το 1943 αρραβωνιάζεται την εγγονή του προέδρου των ΗΠΑ Θεοδώρα Ρούζβελτ και εκείνη αποφασίζει να του αλλάξει το όνομα σε Αλέξανδρο (από τον Μεγαλέξανδρο) Ιόλα (από τον Ιόλαο στους μύθους του Ηρακλή). Η σχέση τους λήγει άδοξα εξαιτίας αντιδράσεων από την οικογένειά της, αλλά ο δρόμος για να ανακαλύψει ο Ιόλας την Αμερική (και η Αμερική τον Ιόλα) έχει ανοίξει. Το 1953 γίνεται ιδιοκτήτης της «Ιόλας Γκάλερι» στη Νέα Υόρκη, απ’ όπου θα παρελάσουν οι σημαντικότεροι ευρωπαίοι καλλιτέχνες. Η πορεία του είναι θριαμβευτική. «Το να βρίσκεσαι στη Νέα Υόρκη και να μην επισκεφθείς την γκαλερί του Ιόλα είναι σαν να βρίσκεσαι στην Ελλάδα και να μην επισκεφθείς τον Παρθενώνα» λέει η Μαργκότ Φοντέιν στην Τζάκι Κένεντι το 1968. Εν τω μεταξύ ο Ιόλας ανοίγει τη μία γκαλερί μετά την άλλη στις μητροπόλεις του κόσμου και συγχρωτίζεται με το διεθνές τζετ σετ. Ωστόσο αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Γιατί; «Γιατί οι Ελληνες είναι οι καλύτεροι εραστές του κόσμου» θα πει απροκάλυπτα στον βιογράφο του. Ο Ιόλας, ένας άνθρωπος που έζησε μέσα στην πρόκληση και την πολυτέλεια, έχτισε ένα σπίτι στην Αγία Παρασκευή για να χωρέσει τη συλλογή έργων τέχνης που είχε δημιουργήσει – και όμοιά της δεν υπήρχε σε όλη την Ελλάδα. «Εχουμε να υπενθυμίσουμε το εξής: μία μόνο αίθουσα του παλατιού του Ιόλα έχει περισσότερα αριστουργήματα απ’ όσα η Πινακοθήκη Αθηνών» γράφει η «Liberation». Οι εκκεντρικές εμφανίσεις και οι διαρκείς προκλήσεις, η παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του και η όλη συμπεριφορά του Ιόλα, ο οποίος διοργανώνει στο σπίτι του τις πιο περιζήτητες βραδιές της αθηναϊκής κοινωνίας, γύρω από αρχαία μάρμαρα και βενετσιάνικους καθρέφτες, τροφοδοτούν το προφίλ της ακολασίας. Η συνέντευξή του στην Ολγα Μπακομάρου για το περιοδικό «Γυναίκα», όπου αποδομεί με απαξιωτικούς όρους ολόκληρο το πολιτικό-καλλιτεχνικό κατεστημένο της εποχής, θα είναι η αρχή του τέλους. Η Ελλάδα του ’80 δεν μπορεί ούτε να τον ερμηνεύσει ούτε βεβαίως να τον συγχωρέσει μετά και τις βαριές εναντίον του κατηγορίες από την τραβεστί «Μαρία Κάλλας» (Αντώνης Νικολάου). «Τον Παράδεισο τον διακοσμείς όπως θέλεις» Ο Νίκος Σταθούλης αποδίδει ευθέως ευθύνες στην αδελφή του Ιόλα, Νίκη Στάιφελ, για την απομόνωσή του στα τελευταία στάδια της αρρώστιας του και την απομάκρυνση της συλλογής του από την Ελλάδα – με τη βοήθεια του ελληνικού κράτους, το οποίο αδιαφόρησε για μια δωρεά εκ μέρους του Ιόλα. Σήμερα στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παραμένει μόνο ένα μέρος της συλλογής του – και αυτό έπειτα από παρέμβαση ορισμένων ανθρώπων της τέχνης που αντιτάχθηκαν στο κλίμα της εποχής. «Πώς φαντάζεστε τον Παράδεισο;» τον είχε ρωτήσει ο Νίκος Σταθούλης. «Τον Παράδεισο τον διακοσμείς όπως θέλεις, έχει πολύ ψηλά ταβάνια και ακριβό νοίκι» είχε απαντήσει εκείνος. «Θα περιμένω να δω τι πουλάνε εκεί. Είναι μεγάλη αγορά»

Ανασύρθει στις 28/5/2020 από http://jigiart.blogspot.com/2012/05/80.html

Απόσυρση για το βιβλίο:Αλέξανδρος Ιόλας… – jigi art Νίκος Σταθούλης, 2/4/2012

Νωρίς σήμερα το πρωί πληροφορήθηκα οτι η δημοσιογράφος Ολγα Μπακομάρου ζήτησε μέσω του δικηγόρου της Γιώργου Στεφανάκη την απόσυρη απο την κυκλοφορία του βιβλίου:»Αλεξάνδρου Ιόλα Η ζωή μου» του Νίκου Σταθούλη απο τις εκδόσεις:Οδός Πανός».

Ανασύρθει στις 28/5/2020 http://jigiart.blogspot.com/2012/04/blog-post.html

Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού – Χρήστος Παρίδης, αναδημοσίευση από jigi art Νίκος Σταθούλης, 29/3/2012

Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού Η έκδοση της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα από την Οδό Πανός δίνει την αφορμή στον Χρήστο Παρίδη να αφηγηθεί τις σημαντικότερες στιγμές μιας αμφιλεγόμενης και συνάμα επιδραστικής προσωπικότητας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ
Για χρόνια δεν περνούσε μέρα που η «Αυριανή» να μην ασχολείται μαζί του. Αυτό γινόταν εν μέρει για να πληγεί ο φίλος του Κωνσταντίνος Καραμανλής- εξού και οι επίσης χυδαιότατες επιθέσεις εναντίον της «συκιάς Χατζιδάκι». Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα, ενός ανθρώπου που πέρασε από την ελληνική δημόσια ζωή, προκαλώντας τρομερή χλαπαταγή, απορρίφθηκε από την κυρίαρχη λογική, μυθοποιήθηκε από κάποιους, λαβώθηκε ανεπανόρθωτα από τον Τύπο, αγνοήθηκε από την πολιτεία κι έφυγε βαθιά απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του. Μια σημαντική προσωπικότητα της διεθνούς εικαστικής σκηνής που επηρέασε και εν μέρει καθόρισε τη σύγχρονη τέχνη και που οφείλαμε να του αποδώσουμε ανάλογες τιμές. Αντ’ αυτού, πολεμήθηκε λυσσαλέα. Αλεξανδρινός, άφησε στα δεκαοκτώ του, το 1926, την οικογένειά του, παίρνοντας μαζί του δέκα χρυσές λύρες, τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), μια υπέρμετρη φιλοδοξία και όνειρα μεγαλείου. Τι ήθελε να γίνει δεν ήξερε πραγματικά: πιανίστας ίσως ή χορευτής. Η δεσποτική του γιαγιά τού είχε πει: «Πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ποτέ στην Ελλάδα». Το ένστικτό της για την πατρίδα θα επαληθευόταν οικτρά μισό αιώνα αργότερα. Όμως, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήθελε ν’ αποδράσει και ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν. Οι απόπειρες του πατέρα του να τον φέρει πίσω και να γίνει βαμβακέμπορος δεν καρποφόρησαν. Η ζωή στην Αθήνα είχε μια γοητευτική ελευθερία. Άλλωστε ανήκε ήδη, ως προστατευόμενος, σε έναν κύκλο ξεχωριστό. Συναναστρεφόταν την Κοτοπούλη, ο Σικελιανός τον προετοίμαζε για τις Δελφικές Γιορτές και η Νέλλη Σεραϊδάρη τον φωτογράφιζε να χορεύει στον Παρθενώνα. Αλλά σύντομα θ’ αποδρούσε ακόμα πιο μακριά. Έτσι βρέθηκε, εν έτει 1929, στο Βερολίνο, αυτήν τη φορά με μια επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον σκηνογράφο της όπερας Πάνο Αραβαντινό. Εκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου. Η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε νέο φευγιό για το Παρίσι, το οποίο θεωρούνταν διεθνές κέντρο του χορού. Εκεί συνδέθηκε με τον Πωλ Βαλερύ, ο οποίος τον επηρέασε καθοριστικά στον τρόπο σκέψης του, αλλά και με τον Αντρέ Μπρετόν, τον θεωρητικό του σουρεαλισμού. Αναπόφευκτα ήρθε σε επαφή με την τέχνη και τον μοντερνισμό. Μια μέρα του 1936, περνώντας έξω από μια γκαλερί, έμεινε ενεός μπροστά σε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο. Μπήκε μέσα, τον καπάρωσε και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να τον ξεπληρώσει. Μαζί κέρδισε και τη φιλία του ελληνοτραφούς Ιταλού ζωγράφου, με τον οποίο εντρύφησε στον κόσμο του πνεύματος. Έτσι, άρχισε να γνωρίζει τους πάντες. Τον Ραούλ Ντιφί, που του έκανε το πορτρέτο, τον Κοκτώ, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μαν Ρέι και τον Μαξ Ερνστ. Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα. Έστησαν ένα μπαλέτο κι έφυγαν για περιοδεία στη Βραζιλία. Έμειναν μαζί μέχρι το 1943 και λίγο μετά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον χορό. Με τη βοήθεια της φίλης του δούκισσας Μαρία ντε Γκραμόν άνοιξε το 1946 την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε ατομικές εκθέσεις του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαξ Ερνστ, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση. Το 1952 «ανακάλυψε» τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη έκθεση, μια σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε. Από εκεί και μετά η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική. Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, ξεκινώντας με τη Γενεύη το 1963. Ακολούθησαν Παρίσι, Λονδίνο, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βυρηττός. Ζει μυθιστορηματικά, ασκώντας τεράστια επιρροή στη σύγχρονη τέχνη. Ο ζωγράφος Γιώργος Λαζόγκας εξηγεί: «Τη δεκαετία του ’60 δημιουργείται μια γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ και ο Ιόλας σ’ αυτό το άνοιγμα πρωταγωνίστησε σε παγκόσμια κλίμακα». Όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασε ποτέ ούτε την οικογένειά του ούτε την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι το περνούσε εδώ. Γύρω στο 1950, τον καιρό που συνεργαζόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει τον Τσαρούχη στο εξωτερικό, γνωρίστηκε με τον Πικιώνη και του ανέθεσε να του κτίσει ένα σπίτι σε μια τοποθεσία που είχε εντοπίσει ανάμεσα σε αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια κάμαρα κι ένας χώρος για να στεγάσει κάποια έργα που έφερε μαζί του. Σταδιακά, το σπίτι μεγάλωνε για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη τη συλλογή. Για κάθε νέα άφιξη ορθωνόταν κι ένα νέο τμήμα, μέχρις ότου αναδύθηκε ένα ανάκτορο που στέγαζε μια εκπληκτική συλλογή, που όμοιά της δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Ένα μοναδικό πάντρεμα αρχαίων ελληνικών, κυκλαδικών, βαβυλωνιακών αντικειμένων, ρωμαϊκών κολονών, βυζαντινών εικόνωνκαι έργα των ιδιοφυέστερων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα. Συχνά φιλοξενούσε ινκόγκνιτο σημαντικές προσωπικότητες, ενώ ήταν σαφές ότι εκεί σκόπευε να εγκατασταθεί στα γεράματά του. Απέναντι από το δικό του έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ – με την πρώτη είχε παθολογική σχέση. Αρχές του ’70 ξεκίνησε συνεργασία με τη γκαλερί Ζουμπουλάκη. Στην ελληνική κοινωνία ήταν γνωστός σ’ έναν μικρό κύκλο καλλιτεχνών κυρίως. Είχε προβάλει ήδη διεθνώς τη δουλειά του Τσόκλη, του Παύλου, του Ακριθάκη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του γλύπτη που θεωρούσε τον σημαντικότερο της εποχής του, τον Τάκι. Ήξερε πολύ καλά τη Μελίνα και τον Κακογιάννη, είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή. Δεν έκρυβε καθόλου ότι ήταν ομοφυλόφιλος -το αντίθετο, μάλιστα- και διατεινόταν ότι οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι εραστές του κόσμου! Με μερικούς συνδέθηκε ιδιαιτέρως, παίρνοντάς τους μαζί του στα ταξίδια του στις μεγάλες μητροπόλεις και στα μεγάλα πάρτι της διεθνούς αριστοκρατίας. Η ελληνική κοινωνία, συντηρητική κι εσωστρεφής, δεν γνώριζε την ύπαρξή του και σε όσους είχαν ακούσει κάτι όλα αυτά φάνταζαν εξωφρενικά κι εξωτικά. Άρχισε να γίνεται γνωστός όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να προβάλλει στον «Ταχυδρόμο», στις περίφημες σελίδες του Ίακχου, τα πάρτι του. Από τον πρώτο κιόλας καιρό έγινε απίστευτο σούσουρο. Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο. Μύθοι άρχισαν να διαχέονται στην πόλη για πάρτι ανήκουστης ξετσιπωσιάς, με διασημότητες του πλούτου και του θεάματος να ζουν νύχτες ακολασίας. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981 και η Μελίνα έγινε «εφ’ όρου ζωής» υπουργός Πολιτισμού. Δύο χρόνια αργότερα ο Ιόλας παραχώρησε στην Όλγα Μπακομάρου μια συνέντευξη-ποταμό για τη «Γυναίκα». Και από ‘κεί άρχισε η μεγάλη κατρακύλα. Μίλησε με την έπαρση ενός αριστοκράτη και την υπεροψία ενός ηγεμόνα, απαξιωτικά για όλους και όλα. Με πόζα σχεδόν θεατρική αποκαθήλωσε ολόκληρη την ελληνική κουλτούρα. Από τον Τσαρούχη, με τον οποίο εν τω μεταξύ είχε έρθει σε ρήξη, μέχρι τον Κουν και την ίδια τη Μελίνα. Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα, αλλά και απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή, ήταν περιπαικτικός. Ολοκλήρωσε την πολιτική του θέση, λέγοντας το αμίμητο «Η φτερού να μας κυβερνήσει»! Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με το «ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του, ήταν γελοίος», όπως και με άλλες παραβολές του. Το χιούμορ του και ο κοσμοσπολιτισμός του, αντί να τους διασκεδάσει, τους εξαγρίωσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους πολυπήγαινε αυτή η παρδαλή περσόνα. Γι’ αυτούς δεν ήταν ούτε μαικήνας, ούτε εμπνευστής μεγάλης τέχνης. Ήταν μια «κραγμένη», κάποιος που τον τοποθετούσαν στον απόπατο του βολεμένου συστήματος αξιών τους. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που πυροδότησε την απόλυτη εξόντωσή του. Η τραβεστί με το ψευδώνυμο Μαρία Κάλλας, ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος που, έχοντας εργαστεί δίπλα στον Ιόλα, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, επειδή τον έδιωξε. Τον κατηγορούσε για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών. Με πρώτη και καλύτερη την «Αυριανή», την εφημερίδα που εξέφραζε εκείνη την εποχή τον πιο φαύλο και φασίζοντα λαϊκισμό, ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον του Ιόλα με τους πλέον χυδαίους χαρακτηρισμούς. Για χρόνια δεν περνούσε εβδομάδα που να μην ασχοληθεί μαζί του. Ίσως με κύριο στόχο τον Καραμανλή, καθώς ανάλογο πόλεμο είχε κηρύξει και στον άλλο του φίλο, τον Μάνο Χατζιδάκι. Την ακολούθησε σχεδόν ολόκληρος ο ελληνικός Τύπος, με τη συνδρομή δημοσιογράφων της προοδευτικής, κυρίως, παράταξης. Μερικοί τίτλοι ήταν «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία – παιδεραστία». Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, που το είχε αναγάγει σε προσωπική βεντέτα, ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, και ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος. Ο Ιόλας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, έδινε όλο και περισσότερη τροφή με όλο και πιο κραυγαλέες εμφανίσεις και δηλώσεις. Ο διασυρμός αυτός έμελλε να τον αποδιοργανώσει κι εν τέλει να τον καταστρέψει. Οι Έλληνες καλλιτέχνες σταμάτησαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι κοινωνικές επαφές περιορίστηκαν, άρχισε να έχει οικονομικό πρόβλημα. Είχε επίσης χαρίσει τις γκαλερί στους εραστές του, που τις διηύθυναν. Η φίλη του Μελίνα αρνήθηκε να τον στηρίξει, αδιαφορώντας για την πρόθεσή του να κάνει δωρεά τη συλλογή του μαζί με το σπίτι του στο ελληνικό κράτος. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη «Ζουμπουλάκη» στην πλατεία Κολωνακίου, κάποιοι που καθόντουσαν στη διπλανή καφετέρια άρχισαν να τον κράζουν «να τη, η γριά τσατσά». Αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για εβδομάδες. Όλα αυτά την ίδια εποχή, πάνω κάτω, που η γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν με αφορμή τη μεγάλη έκθεση της συλλογής της Ντομινίκ ντε Μενίλ, της οποίας ήταν δημιουργός. Ο ίδιος ο Ιόλας ξενάγησε στα εγκαίνια τον Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ. Στη Θεσσαλονίκη, μια παρέα φωτισμένων φιλότεχνων, με προεξάρχουσα τη στενή του φίλη Μάρω Λάγια, προσπαθούσαν να βρουν χώρο να στεγάσουν το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, όπου θα τοποθετούσαν έργα τέχνης που θα τους δώριζε ο Ιόλας. Η Μάρω Λάγια θυμάται: «Πήγαμε να βρούμε τον Καραμανλή σε μια δεξίωση και όταν του είπα “κύριε Πρόεδρε, ο Ιόλας θέλει να μας χαρίσει μια συλλογή του και δεν έχουμε χώρο”, εκείνος μου απάντησε στον ενικό “και τι θέλεις από μένα; Αν αυτός σου δώσει, κάτι εμένα να μου περάσεις χαλκά στη μύτη” κι έκανε και την κίνηση στη μύτη». Τέτοιες συμπεριφορές δεν απέτρεψαν ούτε εκείνη ούτε την Κατερίνα ή τον Πέτρο Καμάρα, τον Γιάννη Μπουτάρη, το Γιώργο Λαζόγκα και τους υπόλοιπους απ’ το να κυνηγήσουν τον στόχο τους. Τελικά, βρέθηκε ο Γιώργος Φιλίππου της Φίλκεραμ-Τζόνσον, ο οποίος τους παραχώρησε χίλια τετραγωνικά μέσα στο εργοστάσιό του κι έτσι ο Ιόλας πείστηκε να παραχωρήσει 48 έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως οι Τινγκελί, Νίκι ντε Σεν-Φαλ, Ρεϋνώ, Ράις, Μπράουνερ, Τάκι, Τσόκλη, Ακριθάκη και πολλοί άλλοι. Τα εγκαίνια εντάχθηκαν στα Δημήτρια του 1984 και η Κατερίνα Καμάρα θυμάται ότι «ο πασοκικός δήμαρχος Μιχάλης Παπαδόπουλος ήθελε να βγάλουμε το όνομα του Ιόλα από την πρόσκληση τη στιγμή που ανοίγαμε έκθεση με τη συλλογή που μας είχε παραχωρήσει! Τέτοιος λαϊκισμός! Τελικά, κάναμε διπλές προσκλήσεις». Στο Μακεδονικό Μουσείο σήμερα βρίσκεται το μόνο τμήμα της συλλογής Ιόλα που πρόλαβε να σωθεί στην Ελλάδα. Η Μάρω Λάγια, πάντως, λέει ότι όταν ο Ιόλας επέστρεψε από μια σοβαρή εγχείρηση καρδιάς που έκανε στην Αμερική και βρέθηκε μαζί του στην Αγία Παρασκευή, είδε τα περισσότερα δωμάτια άδεια. «Η συλλογή χάθηκε πριν από τον θάνατό του. Η αδελφή του είχε προλάβει και είχε στείλει έξω ένα μεγάλο μέρος. Βλέποντας τους άδειους χώρους, μου είπε “παιδί μου, η σύγχρονη τέχνη πάει μπροστά, θα πάρουμε καινούργια”. Αλλά ούτε εμάς μας ήθελε η Νίκη. Προσπαθούσε να αποτρέψει τη δωρεά». Με την Νίκη Στάιφελ είχε μια σχεδόν αρρωστημένη σχέση. Ενώ λάτρευαν ο ένας τον άλλον, καθημερινά βίωναν δραματικές συγκρούσεις. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, αλλά ούτε και να πει κάτι εναντίον της στον ίδιο. Η γκαλερίστα Ελισάβετ Λύρα, η οποία σχετιζόταν από παιδί, λόγω του συλλέκτη πατέρα της, με τον Ιόλα, λέει «πάντως, μην ξεχνάμε ότι η Νίκη τον βοήθησε και με τους γάμους της… Αλλά τι συζητάμε τώρα, ο Ιόλας ήταν bigger than life. Εγώ του χρωστάω τα πάντα. Αισθανόταν την τέχνη εκατό φορές περισσότερο από όλους μας. Ξέρεις πόσο σημαντικός άντρας ήταν ο Ιόλας; Όταν οργάνωσα στο Βυζαντινό Μουσείο την έκθεση “Warhol Icon”, εντόπισα μια συνέντευξη στο “Flash Art”, όταν ετοίμαζαν οι δυο τους τον “Μυστικό Δείπνο” στο Μιλάνο. Ρωτάει ο δημοσιογράφος τον Γουόρχολ “Γιατί επιλέξατε να ζωγραφίσετε τον Μυστικό Δείπνο;” και απαντάει “Γιατί ο Ιόλας μου είπε να το κάνω”. Λίγο καιρό μετά πέθαναν και οι δυο». Κατά τη Μανίτα Χατζηφωτίου, σύμβουλο έργων τέχνης, «μετά τον θάνατό του, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, εδώ και στο εξωτερικό, έμειναν στάσιμοι, σταμάτησαν να έχουν έμπνευση. Ενώ, σ’ ό,τι έβαζε εκείνος το χέρι του, γινόταν χρυσό». Η ίδια φωτίζει μια άλλη πτυχή. «Ήθελε να βάλει ένα παιδάκι στο Κολέγιο Αθηνών με την προϋπόθεση να δεχτούν κάποια έργα δωρεά. Κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου έδωσε μάχη, ώστε να μη δεχτούν». Magnify Image Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Ιόλας έδωσε το παρών στον13ο τακτικό ανακριτή για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Οκτώ χοντρόδετα ντοσιέ αποδείκνυαν την προέλευση όλων των αντικειμένων. Ο ανακριτής τον διαβεβαίωσε ότι θεωρούσε την υπόθεση λήξασα και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το όνομά του στον Τύπο. Ουσιαστικά, ήταν σαν να είχε επαναπατρίσει 2.500 αρχαία. Ο Λαζόγκας προσθέτει επ’ αυτού: «Δεν βρήκαμε καμία συμπαράσταση από κανέναν δημοσιογράφο. Ο “αυριανισμός” είχε τρομερή δύναμη. Η Ελλάδα αδυνατούσε ακόμα να αντιληφθεί τα ανοίγματα της σκέψης και της αισθητικής, έτσι ώστε η παρέμβαση του Ιόλα να αποδώσει. Ο χώρος της τέχνης, που εγώ τον τοποθετώ πριν και μετά τον Ιόλα, έχασε πολλά εξαιτίας της κακής αντιμετώπισής του. Γιατί ήταν μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και βαθύτατος γνώστης της τέχνης, με παγκόσμια εμβέλεια». Ο Ιόλας μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη ως ασθενής με AIDS. Η Νίκη διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια. Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά. Άνθρωποι της αυλής του και η Νίκη τραβούσαν από τα χέρια ο ένας του άλλου χαλιά, ρούχα, έπιπλα Αναφέρθηκαν διαρρήξεις. Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν. Τα αρχαία φυγαδεύονταν στο απέναντι σπίτι και κούτες έφευγαν ως οικοσκευή με προορισμό την κόρη της Σύλβια ντε Κουέβας στην Αμερική. Φυσικά, προτού τεθεί θέμα φόρου κληρονομιάς. Κάποιες κατασχέθηκαν στην αποθήκη της μεταφορικής εταιρείας. Ο βιογράφος του Σταθούλης λέει: «Θεωρώ ηθικό αυτουργό τον Φώτη Κουβέλη, ο οποίος, ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, είχε οριστεί μεσεγγυούχος της περιουσίας και δεν έκανε τίποτα να την προστατεύσει». Ο Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1987. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει. Τι απέγιναν τα 10.000 έργα τέχνης; Σε ποιων τα χέρια κατέληξαν; Η πολιτεία, βέβαια, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει τη δωρεά. Η χώρα που είχε λατρέψει και στην οποία δώριζε τη συλλογή-έργο ζωής του για να δημιουργηθεί ένα κέντρο τέχνης είχε σχεδόν εκδικητικά αρνηθεί να πραγματοποιήσει το όραμά του. Ο εικαστικός Ανδρέας Αγγελιδάκης εισέβαλε πριν από μερικά χρόνια στη ρημαγμένη έπαυλη της Αγίας Παρασκευής. «Είναι ένα σπίτι-θρύλος, που δεν έχει κανένα νόημα να το αποκαταστήσουμε. Συνδεόταν άμεσα με τη συλλογή. Χωρίς αυτήν είναι παράλογο να το επαναφέρουμε. Τι θα μπει στη θέση των λευκών βιβλίων ή εκεί όπου υπήρχαν χρυσές πόρτες; Βρήκα στο πάτωμα σκουπίδια και την προσωπική του ατζέντα. Στα υπόγεια σαπίζουν εξαιρετικοί κατάλογοι εκθέσεων. Αν είχε προλάβει να το κάνει κέντρο τέχνης, θα είχε αλλάξει όλη η ροή της ιστορίας της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα». Η βιογραφία του Αλέξανδου Ιόλα από τον Νίκο Σταθούλη κυκλοφορεί από την Οδό Πανός.